Σε μία δημόσια απολογία για την κατάσταση που επικρατεί με τη χρηματοδότηση της Υγείας στην Ελλάδα, προέβη ο Ανδρέας Ξανθός.

Μιλώντας την Τρίτη στο αναπτυξιακό συνέδριο Ιονίων, ο υπουργός Υγείας έκανε λόγο για σταθεροποιημένες δημόσιες δαπάνες περίθαλψης επί μία διετία στο 5,1% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ), από 4,6% που ήταν το 2014.

Ο κ. Ξανθός παραδέχτηκε πως μειώνεται η κρατική χρηματοδότηση προς τα νοσοκομεία, η οποία αντισταθμίζεται από αύξηση μεταβίβασης πόρων του ΕΟΠΥΥ προς το ΕΣΥ.

Με απλά λόγια, οι ίδιοι οι ασφαλισμένοι, καλύπτουν (με τις εισφορές τους στον ΕΟΠΥΥ) τα κενά δημόσιας χρηματοδότησης των νοσοκομείων.

Σύμφωνα με τον υπουργό, αυτό που αφορά τους πολίτες δεν είναι η ροή χρηματοδότησης, αλλά το ύψος της δαπάνης που μπορεί να πραγματοποιηθεί (φάρμακα, υλικά, υπηρεσίες).

Οι πολιτικές επιλογές για την Υγεία – είπε – φαίνονται στα έξοδα, δηλαδή στις παροχές προς τους ασθενείς. Και τα έξοδα δεν μειώνονται.

Η αλήθεια, ωστόσο, βρίσκεται στη μέση. Προφανώς και μένουν σταθερές οι δαπάνες, αλλά τις καλύπτουν οι ελάχιστοι εναπομείναντες φορολογούμενοι και οι ασφαλισμένοι του ΕΟΠΥΥ.

Πού οδηγεί αυτό; Με δεδομένο το ότι οι ανάγκες Υγείας παραμένουν ίδιες, οι πολίτες αναγκάζονται ή υποχρεώνονται από το κράτος να πληρώνουν από την τσέπη τους όλο και περισσότερα.

Το ομολογεί στην ίδια ομιλία και ο κ. Ξανθός: “Το μείζον πρόβλημα του συστήματος Υγείας είναι το χαμηλό όριο δημόσιων δαπανών (5,1% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι 7,2%).

Τι σημαίνει αυτό; Πως το κράτος συμμετέχει όλο και λιγότερο στο κόστος Υγείας, με αποτέλεσμα να ακυρώνει έτσι ένα από τα βασικά “εργαλεία” αναδιανομής πλούτου.

Ισότητα

Αν και – όπως είπε – ο πολιτικός στόχος της μεταμνημονιακής περιόδου είναι η ισότητα στην Υγεία και στην κοινωνική προστασία, τα μέχρι τώρα στοιχεία δείχνουν την εξής τάση:

Το 2016, δαπανήθηκαν στην Ελλάδα για την Υγεία ποσά που αντιστοιχούν στο 8,3% του ΑΕΠ. Ο μέσος όρος στις χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) είναι 9% και απολύτως συγκρίσιμος με το ελληνικό ποσοστό.

Αυτό σημαίνει πως οι ανάγκες των λαών για υπηρεσίες περίθαλψης είναι περίπου ίδιες στο σύνολο των χωρών του Οργανισμού, αγγίζοντας το 10% του παραγόμενου πλούτου.

Στην Ελλάδα της κρίσης, βέβαια, το ποσοστό αυτό βαίνει διαρκώς μειούμενο, εξαιτίας της χρεοκοπίας και των επιπτώσεων στα δημοσιονομικά και στα οικονομικά των νοικοκυριών:

Το 2009, οι Έλληνες δαπανούσαμε το 9,5% του ΑΕΠ για την Υγεία, ποσοστό που έφτασε στα χαμηλότερά του το 2014 (7,9%), για να ανέβει εκ νέου στο 8,4% το 2015 και στο 8,3% το 2016.

Αποσύρεται

Τι έγινε στο μεταξύ; Το κράτος επέλεξε να αποσυρθεί θορυβωδώς από τη συμμετοχή στη δαπάνη Υγείας. Από το σύνολο των παραπάνω χρημάτων, μόλις το 58,3% προέρχονται από τον προϋπολογισμό (72,5% ο μέσος όρος στον ΟΟΣΑ), ενώ τα υπόλοιπα πληρώνουν οι πολίτες.

Ενδεικτικό είναι πως οι Έλληνες πληρώνουμε από την τσέπη μας το 41,7% των συνολικών δαπανών Υγείας, όταν ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ είναι μόλις 20,3%!

Πολίτες άλλων ευρωπαϊκών χωρών, με απείρως υψηλότερο εισόδημα από τους φτωχοποιημένους Έλληνες, δεν χρειάζεται να πληρώνουν και για την περίθαλψή τους.

Μία σύγκριση με ορισμένες χώρες θα αποκαλύψει την τεράστια αδικία και την παντελή έλλειψη κοινωνικής ευαισθησίας στην πιο σκληρή κοινωνικά χώρα του ΟΟΣΑ:

Την ώρα που ο Έλληνας πληρώνει το 41,7% των δαπανών περίθαλψης, ο μέσος Αυστριακός συμμετέχει με μόλις 17,9%, ο Βέλγος με 17,6%, ο Γάλλος με 6,8%, ο Γερμανός με 12,5%, ο Ιταλός με 22,8%, ο Πορτογάλος με 27,7% και ο Ισπανός με 24,2%...