Την ανεπάρκεια της δημόσιας δαπάνης για φάρμακα, επεσήμανε για μία ακόμη φορά ο πρόεδρος του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΦΕΕ).

Μιλώντας την τρίτη στο 13ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ), ο Πασχάλης Αποστολίδης αναφέρθηκε με δυσμενή τρόπο στην προώθηση των αναγκαίων αλλαγών στην Υγεία.

Στην Ελλάδα – είπε – οι αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις καθυστερούν σταθερά και απελπιστικά, ενώ όταν εφαρμόζονται, υιοθετούνται διστακτικά και αποσπασματικά και συνηθέστερα αναβάλλονται για το εγγύς μέλλον, που όμως διαρκώς απομακρύνεται.

Σύμφωνα με τον κ. Αποστολίδη, αυτός είναι ο μοναδικός “ελληνικός τρόπος”, που εξαιτίας του οδηγηθήκαμε σε αυτή την πρωτοφανή κρίση, αλλά και η βασική αιτία που καθυστερεί η έξοδός μας από αυτή:

“Ο χώρος της Υγείας αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ανορθολογισμού και διαρκών αναβολών. Την ώρα μάλιστα, που όλοι συμφωνούν πως η διασφάλιση του μέγιστου αγαθού της Υγείας αποτελεί επείγουσα εθνική προτεραιότητα και αναγκαία προϋπόθεση για την οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση της πατρίδας μας”.

Ο πρόεδρος του ΣΦΕΕ τόνισε πως στη χώρα που το αυτονόητο σπανίζει, η υπόμνηση της αυτονόητης στάσης του ΣΦΕΕ έχει τη δική της σημασία και αξία:

“Η φαρμακευτική δαπάνη που έχει οριστεί στα 2,5 δισ. ευρώ, δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού, όπως και ο ίδιος ο υπουργός παραδέχεται και καταδεικνύουν πρόσφατες μελέτες.

Όμως, η πολιτική Υγείας εστιάζεται μόνο στη μείωση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης και όχι στην εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, που θα επέτρεπε στο σύστημα Υγείας την εξοικονόμηση πόρων”.

Συμμετοχή

Ο κ. Αποστολίδης ανέφερε πως η αδυναμία αυτή της Πολιτείας, υποκαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό με οριζόντια μέτρα, τα οποία βαρύνουν και τις φαρμακευτικές εταιρίες (1 δισ. ευρώ τουλάχιστον σε υποχρεωτικές επιστροφές και εκπτώσεις) και τους ασθενείς (άλλο 1 δισ. από την αυξημένη συμμετοχή τους):

“Υποκαθιστούμε, δηλαδή, την κοινωνική πολιτική του κράτους και αναπληρώνουμε την υποχρηματοδότηση του συστήματος. Η συνεισφορά μας - ή έμμεση φορολογία - στη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη αποτελεί ρεκόρ, καθώς είναι τρεις φορές πάνω από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο”!

Σε αυτό το βεβαρημένο περιβάλλον – εξήγησε – με τα θεωρητικώς προσωρινά μέτρα, επιλέγεται και πάλι η βολική, αν και προδήλως καταστροφική, αύξηση της έμμεσης φορολόγησης των φαρμακευτικών εταιριών με πολιτικές που απειλούν ευθέως την εισαγωγή νέων, καινοτόμων, σωτήριων θεραπειών.

Μέτρα

Ο πρόεδρος του ΣΦΕΕ επεσήμανε πως τα νέα μέτρα, ειδικά το ενοποιημένο rebate, που σημαίνει επιπλέον επιβάρυνση της φαρμακοβιομηχανίας κατά 140 εκατομμύρια ευρώ – χωρίς αντίστοιχη μείωση του clawback - και το τέλος εισόδου 25% στα νέα φάρμακα, δυσχεραίνουν την είσοδο νέων φαρμάκων στην ελληνική αγορά με συνέπεια την υγειονομική υποβάθμιση, την αδυναμία κάλυψης κλινικών αναγκών και την αρνητική επίπτωση στις επενδύσεις και την απασχόληση.

Σύμφωνα με το κείμενο της 3ης αξιολόγησης, το clawback επεκτείνεται και για τα επόμενα τρία χρόνια μετά το 2018, δηλαδή 2019 – 2020 – 2021:

“Πού είναι η συνυπευθυνότητα, το 'ταβάνι' που υπάρχει σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες; Μόνο η φαρμακοβιομηχανία είναι υπεύθυνη”;

ΗΤΑ

Για το νομοσχέδιο σχετικά με την αξιολόγηση των νέων φαρμάκων (ΗΤΑ), ο κ. Αποστολίδης είπε πως η σύσταση ενός οργανισμού αξιολόγησης τεχνολογιών Υγείας αποτελεί εδώ και χρόνια πάγιο αίτημα του ΣΦΕΕ και είναι επιβεβλημένη στη χώρα μας, στο πλαίσιο των μνημονιακών μας υποχρεώσεων.

Το νομοσχέδιο, όμως, του υπουργείου Υγείας χρήζει διορθώσεων και σημαντικών βελτιώσεων:

“Αντί να εξαλείψει τα προϋπάρχοντα κριτήρια αξιολόγησης (εξωτερικά και εσωτερικά) που είχαν τεθεί, με το παρόν σχέδιο νόμου δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερα εμπόδια και καθυστερήσεις στην άμεση και απρόσκοπτη πρόσβαση των ασθενών στις καινοτόμες θεραπείες.

Επιπλέον, η αρμοδιότητα για τον ΗΤΑ θα πρέπει να ανατεθεί σε κάποιον ανεξάρτητο και αυτόνομο φορέα και απαιτεί μία διεπιστημονική συνεργασία.

Το νομοσχέδιο θα πρέπει να προβλέπει ρητά τη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων φορέων, συμπεριλαμβανομένων εκπροσώπων των συλλόγων ασθενών, της ιατρικής και ακαδημαϊκής κοινότητας, αλλά και της φαρμακοβιομηχανίας”.

Δημ.Κ.