Ξεφυλλίζοντας τις κιτρινισμένες σελίδες των αρχείων και των εκθέσεων των Αδελφών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, της περιόδου 1940 -1944, οι ιστορίες του πολέμου και της κατοχής παίρνουν σάρκα και οστά. Ονόματα και αναμνήσεις  ηρώων και ηρωίδων που έδωσαν τη ψυχή ή και τη ζωή τους ακόμα, στον αγώνα για τη λευτεριά.

28η Οκτωβρίου 1940, 6η πρωινή. Οι σειρήνες χτυπούν. «Σύμπαν το Έθνος εν εγρηγόρσει.. Η Ελλάς υπέστη ύπουλον επίθεσιν. Προσκλητήριον Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Η Σχολή Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού ανάστατος. Υπό την φωτεινήν αιγίδα της μετέπειτα Ηρωϊδος Δεσποινίδος Μεσολωρά αι Αδελφαί εν ρυπή οφθαλμού έχουν ετοιμάσει ένα μεγάλο τμήμα του Νοσοκομείου δια να δεχθή τους ηρωϊκούς τραυματίας».

 «…την επαύριον ήδη της κυρήξεως του πολέμου, την ενάτη πρωϊνήν έφευγαν από το Νοσοκομείον του Ερυθρού Σταυρού, έπειτα από προετομασίαν δύο μόνον ωρών, η πρώτη αποστολή Αδελφών δια τας Πάτρας. Λίγο αργότερα Λάρισα, Θες/νικη, Ιωάννινα, Δράμα… Δεκαπέντε αποστολαί εντός μηνός, με 168 Αδελφάς που έσπευσαν να δέσουν τας πρώτας πληγάς και να στρώσουν τα πρώτα κρεβάτια».

 «Το νοσοκομείο μας λειτουργούσε εις Ελασσώνα… Άξαφνα ακούσαμε ένα βόμβο και με φρίκη είδαμε ένα σμήνος βομβαρδιστικών. Πέσαμε αμέσως στη γη κάμνουσαι τον σταυρό μας. Αι βόμβαι άρχισαν να πέφτουν σαν βροχή, η γή ταράζετο σαν να εγίνετο ο ισχυρότερος σεισμός… Στο δρόμο παραμορφωμένα σώματα και σκορπισμένα μέλη. Το νοσοκομείο μας είχε μεταβληθεί σε ερείπια».

 «Ήταν η πρώτη μέρα με την στολή της δοκίμου Εθελόντριας του Ερυθρού Σταυρού, σ’ ένα μεγάλο θάλαμο με 35 κρεβάτια. Όλοι είναι με υψηλό πυρετό, βήχουν παράξενα, είναι τόσο ταλαιπωρημένοι… τους αποκαλώ όλους παιδιά μου. Ποια ηλικία έχουν αυτά τα παιδία αδύνατο να καθορίσω… Σπαράζει η καρδιά σου, να ακούς το παραλήρημά τους με κραυγές σαν να ξαναζούν μία από τις τόσες μάχες που έδωσαν. Λίγο αργότερα βρέθηκα σ΄ ένα τμήμα χειρουργικό - οφθαλμολογικό. Σε ώρες συναγερμού, προμήνυμα βομβαρδισμού, έβλεπες αυτούς τους Γενναίους να απλώνουν τα χέρια και να ζητούν ένα άλλο χέρι να τους οδηγήσει σε μία θέση ορύγματος που είχαμε για καταφύγιο στον κήπο του νοσοκομείου. Κανείς εδώ; Ένα χέρι για μένα;».

«Το πλωτόν Νοσοκομείο μας περιέπλεε το Ακρωτήριον Καφηρεύς με πλήρη φωτισμόν και με όλα τα διακριτικά και φωτεινά σημεία του Ερυθρού Σταυρού όπως επιβάλλουσιν οι σχετικοί κανονισμοί, όταν αίφνης ένας δυνατός βόμβος ηκούσθη τόσο κοντά μας που νομίζω ότι δεν θα τον ξεχάσω ποτέ. Ταυτοχρόνως δε βόμβες να εκρήγνυνται εις την πρώραν του καραβιού και εις το υπ΄ αριθμόν 1 κοίτος, το οποίον είχε διασκευασθεί είς θάλαμον ασθενών. Το σκάφος επί τινά δευτερόλεπτα εσείετο  ολόκληρον. Έπειτα ησθάνθην ότι έγειρε προς τα εμπρός… Τα νερά διαρκώς εισέδυον εις τας λέμβους και τας εβύθιζαν. Κωπηλατούσαμε και με τα παπούτσια μας και τα πηλίκια των αξιωματικών βγάζαμε τα νερά  και αγωνιζόμεθα όλοι και όλες να κρατήσουμε τις βάρκες με κάθε θυσία στην επιφάνεια».

«Εκληθήκατε να περιθάλψετε τα παιδία της Ελλάδος, όσα θα έπιπτον πληγωμένα από τα βλήματα των πυροβόλων του εχθρού… Εμείνατε παρά την κλίνην των τραυματιών μας ημέραν τε και νύκταν… Είναι αφάνταστη η επίδρασις σας στην ψυχή των πολεμιστών μας. Ολόκληρος ο ψυχικός των κόσμος έχει πληρωθεί από την μορφήν της Ελληνίδος Αδελφής που θα αποτελεί πάντοτε για αυτούς το σύμβολον της αγάπης, της στοργής, της αυτοθυσίας. Σας ευχαριστούμεν… Και αν η Πατρίς σας χρειασθεί και πάλιν, είμεθα βέβαιοι ότι θα ξαναβάλετε την τιμημένη αυτή στολή της αδελφής του Ε.Ε.Σ. και θα σπεύσητε μετά του αυτού ζήλου και προθυμίας εις τα θέσεις σας».