Οι επενδύσεις που πρόσφατα ανακοίνωσε η μητρική, ύψους 11,5 δισ. ευρώ, για την ανάπτυξη νέων καινοτόμων προϊόντων αφορούν και την Ελλάδα, αποκαλύπτει στο Iatronet, o κ. Δημήτρης Αναγνωστάκης, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος στην Boehringer Ingelheim Ελλάς ΑΕ. Ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι θα πρέπει η πολιτεία να παρέχει ένα σταθερό και υγιές επιχειρηματικό περιβάλλον, στο χώρο της υγείας που να δίνει κατάλληλα αναπτυξιακά κίνητρα επιβραβεύοντας εκείνες τις εταιρείες που πρωτοπορούν στην καινοτομία.

Η μητρική εταιρεία εξήγγειλε ένα μεγαλόπνοο επενδυτικό πλάνο για την προσεχή πενταετία. Σε ανάλογα βήματα θα κινηθεί και η εταιρεία και επί ελληνικού εδάφους (επενδύσεις, συμμετοχή σε κλινικές δοκιμές κ.λπ.);

Πράγματι, η ανακοίνωση του επενδυτικού πλάνου ύψους 11, 5 δις. ευρώ από την μητρική εταιρεία είναι ένα εντυπωσιακό νούμερο, δεδομένου μάλιστα ότι πρόκειται για μια πολυεθνική εταιρεία η οποία δεν είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο. Η σημασία της ανακοίνωσης του επενδυτικού ποσού στην έρευνα και ανάπτυξη νέων καινοτόμων προϊόντων γίνεται μεγαλύτερη εάν λάβετε υπόψη σας ότι η εταιρεία δραστηριοποιείται σε 145 χώρες, αλλά λίγες από αυτές συμμετέχουν στο πρόγραμμα των ερευνών της. Και η χώρα μας ανήκει σε αυτές : Η μητρική εταιρεία έχει επενδύσει 11 εκατομμύρια ευρώ την τελευταία πενταετία για τη συμμετοχή της Ελλάδας στο διεθνές πρόγραμμα των κλινικών ερευνών της. Οι επιτυχίες αυτές σαφέστατα αποδεικνύουν τη σταθερή διάθεση της μητρικής εταιρείας για τη συνέχιση των επενδύσεων στον ελληνικό χώρο, οπότε αναμένουμε τη συνέχιση της συμμετοχής της Ελλάδας στην κλινική έρευνα για τα καινοτόμα φάρμακα που θα λανσάρει η εταιρεία στο μέλλον.

Ωστόσο, για να απαντηθεί η ερώτησή σας εντελώς θετικά, θα πρέπει η πολιτεία να παρέχει ένα σταθερό και υγιές επιχειρηματικό περιβάλλον, στο χώρο της υγείας που να δίνει κατάλληλα αναπτυξιακά κίνητρα επιβραβεύοντας εκείνες τις εταιρείες που πρωτοπορούν στην καινοτομία, και με τις ενέργειές τους επιφέρουν μεγάλες εισροές κεφαλαίων που μεταφράζονται και σε θέσεις εργασίας.

Υπάρχουν κάποιες κατηγορίες σκευασμάτων στις οποίες η εταιρεία θέλει να δώσει βαρύτητα; Ποιες είναι αυτές και γιατί;

Η Boehringer Ingelheim θέτει ως σκοπό να γεφυρώσει τις καινοτομίες του επιστημονικού πεδίου με τις ανάγκες των ασθενών και της κοινωνίας. Για το λόγο αυτό, η μητρική εταιρεία έχει θέσει σαν στόχο των ερευνητικών της προσπαθειών την επικέντρωσή της σε ασθένειες οι οποίες με βάση τις σημερινές μας επιστημονικές γνώσεις έχουν δύσκολη αντιμετώπιση και αποτελούν πρόκληση για την Ιατρική του σήμερα- είτε είναι (προς το παρόν) ανίατες. Για όλες αυτές τις ασθένειες, είναι θέμα γοήτρου για την Boehringer Ingelheim Ellas το να είμαστε πρωταγωνιστές, παρέχοντας στον Έλληνα ασθενή πρόσβαση στα καινοτόμα μας φάρμακα εφάμιλλη με του Ευρωπαίου παρά τις αντιξοότητες του ρυθμιστικού συστήματος και τις στρεβλώσεις του συστήματος υγείας στην Ελλάδα.

Ανάμεσα στις παθήσεις αυτές, ο διαβήτης, η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, η κολπική μαρμαρυγή και στο άμεσο μέλλον η Ογκολογία και οι σπάνιες παθήσεις, αποτελούν τις προτεραιότητες της εταιρείας και στον ελληνικό χώρο.

Ιδιαίτερα στον τομέα του διαβήτη, η εταιρεία έχει εισαγάγει στην Ελλάδα μέχρι στιγμής 3 καινοτόμα ιδιοσκευάσματα, τα οποία έχουν δοκιμαστεί σε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα κλινικών ερευνών. Ανάμεσα σε αυτές, η μελέτη EMPA REG στην οποία συμμετείχε και η Ελλάδα είχε τεράστια σημασία, καθώς είναι η πρώτη φορά που μια μελέτη καρδιαγγειακών εκβάσεων δείχνει ότι ένα φάρμακο για τη μείωση της γλυκόζης μειώνει τον κίνδυνο νοσηλείας λόγω καρδιακής ανεπάρκειας ή θανάτου από καρδιακή ανεπάρκεια. Αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν πόσο σημαντικό είναι να συνεχίσουμε να προωθούμε την έρευνα που θα οδηγήσει σε μεθόδους για τη διαχείριση και τον περιορισμό του κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, και αυτό πρόκειται να πράξουμε και στο μέλλον με την εισαγωγή δυο ακόμα καινοτόμων αντιδιαβητικών φαρμάκων στα επόμενα 3 χρόνια, έχοντας συμβάλει ουσιαστικά στη μάχη κατά του διαβήτη.

Στις παθήσεις του αναπνευστικού, η εταιρεία μας έχει όπως γνωρίζετε υπερεκατοντάχρονη παράδοση. Ειδικότερα, στη χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, που η θέση της εταιρείας είναι ισχυρή, έχοντας στη φαρέτρα της φάρμακα που αποτελούν βάση για την αντιμετώπισή της, η εταιρεία αναμένεται να φέρει δυο καινοτόμα φάρμακα μέσα στην επόμενη διετία, που θα χορηγούνται με την υψηλής τεχνολογίας συσκευή –Respimat, προϊόν έρευνας της εταιρείας μας, και αναμένονται να αποτελέσουν τις νέες βάσεις αντιμετώπισης της νόσου. Για το σκοπό αυτό, η εταιρεία έχει ανακοινώσει τη διεξαγωγή της μελέτης TOVITO που κατά κοινή ομολογία είναι μια από τις μεγαλύτερες μελέτες που έχουν γίνει ποτέ στη ΧΑΠ, και στην οποία αναμένεται η συμμετοχή και της Ελλάδας.

Στην χώρο της κολπικής μαρμαρυγής, η εταιρεία μπήκε δυναμικά καλύπτοντας με το φάρμακό της ένα θεραπευτικό κενό 50 ετών στην αντιπηκτική θεραπεία η οποία έχει στόχο την πρόληψη του εγκεφαλικού επεισοδίου, την πιο συνηθισμένη διαταραχή του καρδιακού ρυθμού. Το φάρμακο υποστηρίχτηκε από ένα ευρύ φάσμα κλινικών μελετών σε διεθνές επίπεδο, όπως η RELY, στις οποίες έλαβαν μέρος και ελληνικά κέντρα. Αυτή τη στιγμή στη χώρα τρέχει ένα εκτεταμένο πρόγραμμα κλινικών μελετών με στόχο είτε την καταγραφή κλινικής εμπειρίας ή τη διεύρυνση των υπαρχουσών ή και ανάπτυξη νέων ενδείξεων του φαρμάκου. Στις μελέτες αυτές έχουν επιλεγεί συνολικά 147 ελληνικά κέντρα.

Στην ογκολογία, η εταιρεία πρόκειται επίσης να μπει δυναμικά με δυο καινοτόμα φάρμακα. Τέλος, η εταιρεία σκοπεύει στο μέλλον να μπει δυναμικά με καινοτόμα φάρμακα αφενός μεν στην αντιμετώπιση σπανίων νοσημάτων με αφετηρία την Ιδιοπαθή Πνευμονική Ίνωση, αφετέρου δε στις παθήσεις του Κεντρικού Νευρικού συστήματος.

Αυτού του είδους η εκτεταμένη «επίθεση» της εταιρείας στις νόσους-προκλήσεις για την ανθρωπότητα τον 21ο αιώνα άνοιξε το μανδύα θεραπευτικής συμμαχίας της εταιρείας με καινοτόμους ερευνητικούς φορείς σε όλο τον κόσμο.

Η ελληνική εταιρεία με βάση τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας συγκαταλέγεται στην πρώτη δεκάδα -βάσει τζίρου- των μεγαλύτερων επιχειρήσεων. Πόσα σκευάσματα σήμερα παράγει η μονάδα στο Κορωπί και πόσα από αυτά εξάγονται; Υπάρχει κάποιος σχεδιασμός για περαιτέρω ενίσχυση των εξαγωγών;

Στο εργοστάσιο σήμερα παράγονται 427 διαφορετικοί κωδικοί προϊόντων, που αντιστοιχούν σε 50 εκατομμύρια συσκευασίες το χρόνο.

Η αξία των εξαγωγών μας για το 2014 έκλεισε στα 158 εκατομμύρια Ευρώ. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σας υπενθυμίσω ότι η Boehringer Ingelheim Ellas είναι η μοναδική πολυεθνική φαρμακευτική εταιρεία με εργοστάσιο στην Ελλάδα. Αντιπροσωπεύουμε το 1% των εξαγωγών της χώρας ανεξαρτήτως κλάδου. Σαφέστατα υπάρχει σχεδιασμός για την ενίσχυση των εξαγωγών που βασίζεται στην αξιοπιστία του εργοστασίου μας στα μάτια της μητρικής εταιρείας, στην ευέλικτη οργανωτική δομή μας και στους υψηλούς δείκτες παραγωγικότητας. Η εταιρεία μας στην Ελλάδα πέρασε με επιτυχία τις εξετάσεις στους δείκτες αυτούς το καλοκαίρι με την εμφάνιση των capital controls και αυτό το γεγονός αποτελεί μια πολύ ισχυρή παρακαταθήκη αξιοπιστίας για το μέλλον. Οι πρωτοβουλίες της Boehringer Ingelheim Ellas που συνοψίζονται στο τρίπτυχο Επένδυση, Ανάπτυξη, Στήριξη της εθνικής μας οικονομίας δεν έχουν μεταβληθεί. Ωστόσο, όσο το επιχειρηματικό περιβάλλον παραμένει ασαφές και μας δημιουργεί συνεχώς «εκπλήξεις» δεν μπορώ να σας δηλώσω κάτι πιο συγκεκριμένο.

Ποιες τάσεις πιστεύετε ότι θα σηματοδοτήσουν το μέλλον του φαρμάκου στην ελληνική αγορά και ποια κατά τη γνώμη σας πρέπει να είναι η πολιτική του κράτους, προκειμένου να οχυρώσει τις εταιρείες που διατηρούν παραγωγή στην Ελλάδα;

Με δεδομένη την ασάφεια που εξακολουθεί να υπάρχει στο περιβάλλον της φαρμακευτικής αγοράς ίσως θα είναι καλύτερο να απευθύνετε την ερώτηση αυτή στην πολιτεία. Το σίγουρο είναι ότι η χώρα μας δεν έχει βγει ακόμη από την κρίση και η θέσπιση περιορισμών στην φαρμακευτική δαπάνη, τέτοιων που να την πιέζουν στο 1% του GDP , ο οποίος με τη σειρά του έχει υποστεί δραματική μείωση την τελευταία πενταετία, κάνει δύσκολη την οποιαδήποτε απάντηση.

Η απρόσκοπτη πρόσβαση των ασφαλισμένων στο φάρμακο, θα έπρεπε να βρίσκεται στο επίκεντρο των σχετικών πολιτικών και να αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό μιας σύγχρονης και ανεπτυγμένης κοινωνίας. Η διαμόρφωση ενός σταθερού πλαισίου που θα διασφαλίζει συνθήκες διαφανούς τιμολόγησης, ορθής αξιολόγησης των κλινικών και των φαρμακο-οικονομικών δεδομένων, θα συμβάλει αποφασιστικά στη διασφάλιση της σωστής πρόσβασης των Ελλήνων πολιτών σε νέες καινοτόμες θεραπείες.

Η ήδη διαμορφωμένη, εξαιρετικά δύσκολη, οικονομική κατάσταση της χώρας μας όμως, πιθανότατα θα μας φέρει αντιμέτωπους με νέες παρεμβάσεις και μέτρα, που σίγουρα δεν στοχεύουν στην παραπάνω κατεύθυνση.

Στο επόμενο διάστημα, αναμένεται εκ νέου επαναδιαμόρφωση και αύξηση των ήδη εξαιρετικά υψηλών, υποχρεωτικών εισφορών που εφαρμόζονται με την μορφή rebates όγκου, αλλά και με την μόλις πρόσφατα νομοθετημένη επέκταση της θεσμική επιβολής του μηχανισμού clawback, και για τα νοσοκομεία για την περίοδο 2016 – 2018. Αντί δηλαδή να προχωράμε σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις που θα οδηγούν σε διαχείριση των προϋπολογισμών με ισορροπία και σύνεση, δρομολογείται η επέκταση της χαλάρωσης που εξασφαλίζει το μέτρο του clawback όσον αφορά την κατανάλωση φαρμάκων, σε όλα τους βαθμούς φροντίδας υγείας.

Το σύστημα τιμολόγησης με τη μορφή του μέσου όρου των 3 χαμηλότερων για τα πρωτότυπα φάρμακα, ενώ θα έπρεπε να αποτελεί απαράβατο κανόνα προκειμένου να διασφαλιστεί η επάρκεια της αγοράς στον ελλαδικό χώρο και κατ’ επέκταση η απρόσκοπτη πρόσβαση των ασθενών στα φάρμακα, πιθανότατα θα εξακολουθήσει να μην εφαρμόζεται απρόσκοπτα σε όλες τις περιπτώσεις, με συνέπεια να διαταράσσονται και να επηρεάζονται οι τιμές σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τις οποίες η Ελλάδα αποτελεί χώρα αναφοράς.

Τέλος, σίγουρα αναμένεται στο επόμενο χρονικό διάστημα η εφαρμογή αρκετών πολιτικών διαχείρισης της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης στον χώρο της υγείας. Η επέκταση της χρήσης των Θεραπευτικών Πρωτοκόλλων Συνταγογράφησης και των Registries σε επιπλέον νοσήματα από αυτά που ήδη εφαρμόζονται, η ανάπτυξη των μητρώων ασθενών και της ηλεκτρονική κάρτας ασθενούς, αποτελούν παρεμβάσεις που είναι σε εξέλιξη και προγραμματισμό, και αναμένεται να κορυφωθούν τα επόμενα χρόνια. Όμως οι παρεμβάσεις αυτές δεν θα έχουν το όφελος το οποίο αναμένεται, εάν δεν συνδυαστούν με την αποτίμηση του οικονομικού φορτίου νοσηρότητας, έτσι ώστε να οδηγήσουν σε ορθολογική διαχείριση των διαθέσιμων πόρων.