Ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα μίας νέας παγκόσμιας έρευνας σε 1.333 ασθενείς με σοβαρό άσθμα, η οποία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 27 Οκτωβρίου στο Διεθνές Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Πνευμονολογικής Εταιρείας. Τα ευρήματα της έρευνας «Still Fighting for Breath» δείχνουν ότι παρά την ευρεία διαθεσιμότητα θεραπειών, το άσθμα εξακολουθεί να επιβαρύνει σημαντικά την προσωπική και επαγγελματική ζωή των ατόμων που ζουν με τη νόσο.

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα, οι ειδικοί ζήτησαν να αποτελέσει η συγκεκριμένη έρευνα σημείο αφύπνισης, καθώς τα αποτελέσματα δείχνουν ότι πολλοί ασθενείς σε όλο τον κόσμο εξακολουθούν να ζουν με το καθημερινό φορτίο του μη ελεγχόμενου σοβαρού άσθματος.

Η νέα έρευνα αποκάλυψε ότι το 64% των ερωτηθέντων είχε βιώσει συμπτώματα άσθματος περισσότερο από δύο φορές την εβδομάδα και έπρεπε να κάνει χρήση κατ’ επίκληση θεραπείας. Η πάθηση επηρεάζει σημαντικά τους εργαζόμενους με σοβαρό άσθμα, καθώς ένας στους τρεις (34%) παίρνει άδεια από τη δουλειά του λόγω του άσθματος. Κατά μέσο όρο, οι εργαζόμενοι που ζουν με σοβαρό άσθμα απουσίασαν από την εργασία τους 8 ημέρες σε διάστημα 6 μηνών λόγω του άσθματος. Αντίστοιχα, οι αθλητικές και σωματικές δραστηριότητες επηρεάζονται σημαντικά από τη διάγνωση του σοβαρού άσθματος, με το 84% των ασθενών να αναφέρει ότι περιορίζεται από το άσθμα του και το 24% να αναφέρει ότι δεν μπορεί να ασχοληθεί με καμία αθλητική δραστηριότητα..

Οι περιορισμοί που βιώνουν τα άτομα με σοβαρό άσθμα μπορεί να έχουν ευρείες και σοβαρές συνέπειες, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις προκαλούν θέματα ψυχικής υγείας. Η έρευνα «Still Fighting for Breath» επεσήμανε επίσης ότι οι μισοί ασθενείς (51%) ανέφεραν ότι το άσθμα τους επηρέασε αρνητικά την αυτοπεποίθησή τους και ότι ένα εντυπωσιακό 50% ανέφερε ότι έχει διαγνωστεί με κάποια ψυχολογική κατάσταση εξαιτίας της νόσου. Συγκεκριμένα, το 40% νοιώθει άγχος και το 28% ζει με κατάθλιψη.. Πολλοί από τους ερωτηθέντες ανέφεραν ότι νοιώθουν περιορισμό, εξάρτηση ή φόβο λόγω του άσθματος και το 59% δήλωσε ότι δυσκολεύεται ακόμα και να ξυπνήσει το πρωί. Επιπρόσθετα, το 58% δυσκολεύεται με τα καθημερινά ψώνια και το 52% όσων απάντησαν δήλωσε ότι δυσκολεύεται με τις κοινωνικές συναναστροφές..

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η νέα έρευνα κατέδειξε σημαντικές αποκλίσεις ανάμεσα σε αυτό που ασθενείς αντιλαμβάνονται ως ελεγχόμενο άσθμα και σε αυτό που πραγματικά είναι. Λίγο λιγότεροι από τους μισούς ασθενείς (42%) της έρευνας αυτοχαρακτηρίστηκαν ως «ελεγχόμενοι», σε αντίθεση με το 6% των ασθενών που θεωρήθηκαν «ελεγχόμενοι» σύμφωνα με τις κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες της Διεθνούς Πρωτοβουλίας για το Άσθμα (GINA). Αυτή η απόκλιση μπορεί να αποτελεί περιοριστικό παράγοντα για τους ασθενείς που αναζητούν βοήθεια προκειμένου να ελέγξουν την κατάστασής τους.

Ο καθηγητής Claus Kroegal, ένας από τους συγγραφείς της έρευνας ανέφερε: «Πρέπει να γίνουν περισσότερα ώστε να βοηθηθούν τα άτομα που ζουν με σοβαρό άσθμα και το πρώτο βήμα είναι να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στην αντίληψη και την πραγματικότητα του «καλού ελέγχου». Πρέπει να εστιάσουμε περισσότερο στην ενδυνάμωση και την επιμόρφωση των ασθενών με άσθμα προκειμένου να αγωνίζονται για καλύτερα αποτελέσματα στην υγεία τους και να τους βοηθήσουμε να επιτύχουν μία ζωή χωρίς περιορισμούς λόγω της κατάστασής τους». 

Υπό το πρίσμα των ευρημάτων της έρευνας, κατά τη διάρκεια του συνεδρίου ERS 2017 στο Μιλάνο, στην Ιταλία, η Novartis φιλοξένησε μία σειρά από «Open Dialogue Series» με εκπροσώπους συλλόγων ασθενών. Το θέμα «μηδενική ανοχή στο μη-ελεγχόμενο άσθμα» εστιάστηκε στο να μοιραστούν τις απόψεις τους οι συμμετέχοντες  καθώς και να βρεθούν καινοτόμες ιδέες προκειμένου οι ασθενείς να επιτύχουν καλύτερα αποτελέσματα και καλύτερη  ποιότητα ζωής. 

Η σειρά «Open Dialogue Series» είναι ένας ανεπίσημος χώρος επικοινωνίας όπου συμμετέχουν εκπρόσωποι συλλόγων ασθενών από διαφορετικές χώρες σε διάφορες νόσους ενδιαφέροντος για τη Novartis.