Βρέθηκαν 193 λήμματα

Ε-αμινοκαπροϊκό οξύ

Μια συνθετική ουσία που χρησιμοποιείται ως αντίδοτο για την υπερβολική λήψη ορισμένων ινωδολυτικών παραγόντων. Χρησιμοποιείται επίσης για την αντιμετώπιση της υπερβολικής αιμορραγίας που οφείλεται Αναλυτικά »

Εγγενές σφάλμα του μεταβολισμού

Μια κληρονομούμενη μεταβολική νόσος, προκαλούμενη από την ανεπάρκεια ή την απουσία συγκεκριμένων ενζύμων που είναι απαραίτητα για το μεταβολισμό βασικών ουσιών, όπως τα αμινοξέα, οι υδατάνθρακες, οι Αναλυτικά »

Έγκαυμα

Ιστικός τραυματισμός που προκαλείται από την υπερβολική έκθεση σε θερμικές, χημικές, ηλεκτρικές ή ραδιενεργές ουσίες. Οι επιδράσεις μπορεί να είναι τοπικές, προκαλώντας κυτταρικό τραυματισμό ή θάνατο Αναλυτικά »

Εγκεφαλική παράλυση

Περιληπτικός όρος για μια ολόκληρη ομάδα μη επιδεινούμενων, αλλά συχνά μεταβαλλόμενων, συνδρόμων κινητικών βλαβών, που εμφανίζονται δευτερογενώς σε περίπτωση εγκεφαλικών βλαβών ή ανωμαλιών στα αρχικά Αναλυτικά »

Εγκεφαλικό επεισόδιο

1. Αιφνίδια απώλεια της νευρολογικής λειτουργίας, προκαλούμενη από αγγειακή βλάβη του εγκεφάλου. Τα εγκεφαλικά επεισόδια είναι εξίσου συχνά και θανατηφόρα: περίπου 730.000 εγκεφαλικά επεισόδια συμβαίνουν Αναλυτικά »

Εγκεφαλικό οίδημα

Οίδημα του εγκεφάλου οφειλόμενο σε αύξηση της περιεκτικότητάς του σε νερό.. Μπορεί να προκληθεί από μια ποικιλία καταστάσεων, περιλαμβανομένων της αυξημένης διαπερατότητας των εγκεφαλικών τριχοειδικών Αναλυτικά »

Εγκεφαλικός θάνατος

Η παύση της εγκεφαλικής λειτουργίας. Στα κριτήρια για να αποφασισθεί εάν ο εγκέφαλος είναι νεκρός περιλαμβάνονται η απουσία ανταπόκρισης στα ερεθίσματα, η απουσία όλων των αντανακλαστικών, η απουσία Αναλυτικά »

Εγκεφαλίνη

Ένα πενταπεπτίδιο που παράγεται στον εγκέφαλο. Έχει οπιοειδή δράση και προκαλεί αναλγησία συνδεόμενο με τους υποδοχείς των οπιοειδών στις περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την αντίληψη του Αναλυτικά »

Εγκεφαλίτιδα

Φλεγμονή της λευκής και της φαιάς ουσίας του εγκεφάλου. Συνδυάζεται σχεδόν πάντα με φλεγμονή και των μηνίγγων (μηνιγγοεγκεφαλίτιδα) και μπορεί να εξαπλωθεί και στο νωτιαίο μυελό (εγκεφαλομυελίτιδα). Αναλυτικά »

Εγκεφαλίτιδα από ασκαρίδα των ρακούν

Εγκεφαλίτιδα που χαρακτηρίζεται από φλεγμονή των μηνίγγων, ηωσινοφιλία, παρατεταμένη εγκεφαλοπάθεια, αμφιβληστροειδίτιδα και καθυστερημένη ανάρρωση με έντονα νευρολογικά ελλείμματα. Μεταδίδεται στα Αναλυτικά »

Εγκεφαλίτιδα του St. Louis

Εγκεφαλίτιδα που προκαλείται από τον αρμποϊό του St. Louis και μεταφέρεται με τα κουνούπια. Εκδηλώθηκε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας το καλοκαίρι του 1933, στο St. Louis του Μισούρι. Αναλυτικά »

Εγκεφαλοπάθεια

Γενικευμένη (δηλαδή μη εντοπισμένη) εγκεφαλική δυσλειτουργία χαρακτηριζόμενη από ποικίλου βαθμού διαταραχές στην ομιλία, στη νόηση, στον προσανατολισμό και στην εγρήγορση. Σε ήπιες περιπτώσεις, η εγκεφαλική Αναλυτικά »

Εγκέφαλος

Μεγάλη, μαλακή μάζα νευρικού ιστού που εμπεριέχεται στο κρανίο. Το κρανιακό τμήμα του κεντρικού νευρικού συστήματος. ΑΝΑΤΟΜΙΑ: Ο εγκέφαλος αποτελείται από νευρώνες (νευρικά κύτταρα) και νευρογλοία ή υποστηρικτικά Αναλυτικά »

Εγκέφαλος

Το μεγαλύτερο τμήμα του εγκεφάλου, αποτελούμενο από δύο ημισφαίρια, τα οποία χωρίζονται μεταξύ τους από μια βαθιά αύλακα. Τα ημισφαίρια συνδέονται με τρεις συνδέσμους - το μεσολόβιο (τυλώδες σώμα), τον Αναλυτικά »

Εγκυμοσύνη, κύηση

Η ανάπτυξη ενός εμβρύου στο σώμα της γυναίκας μετά από επιτυχή σύλληψη. Η μέση διάρκεια της κύησης ανέρχεται περίπου σε 280 μέρες. Ο υπολογισμός της πιθανής ημερομηνίας του τοκετού βασίζεται στην πρώτη Αναλυτικά »

Έγχυση, ένεση

1. Η έγχυση ενός υγρού μέσα σε ένα αγγείο, ιστό ή κοιλότητα. ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Όλα τα υλικά που χρησιμοποιούνται στην προετοιμασία και χορήγηση μίας έγχυσης πρέπει να είναι αποστειρωμένα. Ο επαγγελματίας Αναλυτικά »

Εγώ

Στην ψυχανάλυση, μία από τις τρεις κύριες υποδιαιρέσεις του μοντέλου του ψυχικού μηχανισμού. Οι άλλες δύο είναι το Id (Αυτό) και το Υπερεγώ. Το Εγώ εμπλέκεται στη συνείδηση και στη μνήμη και διαδραματίζει Αναλυτικά »

Εγωτισμός

1. Η τάση να έχει κανείς μεγαλύτερη εκτίμηση για τον εαυτό του απ ό,τι δικαιολογείται από τα γεγονότα και να καυχάται για τις ικανότητες και τα κατορθώματά του. 2. Η υπερβολική εκτίμηση για τη σπουδαιότητα Αναλυτικά »

Εδόδερμα

Ενδοβλάστη ή έσω βλαστικό δέρμα. Το εσώτερο των τριών βλαστικών δερμάτων του αναπτυσσόμενου εμβρύου. Από αυτό προέρχεται το επιθήλιο του γαστρεντερικού σωλήνα και των αδένων του, των αναπνευστικών Αναλυτικά »

Ειλεϊτιδα

Φλεγμονή του ειλεού. Το συνηθέστερο αίτιο είναι η νόσος του Crohn (περιοχική ειλεϊτιδα), μία φλεγμονώδης νόσος του εντέρου αγνώστου αιτιολογίας. ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάζουν άλγος Αναλυτικά »

Ειλεός

Εντερική απόφραξη. Χαρακτηρίζεται από απώλεια της προώθησης του εντερικού περιεχομένου, που συχνά συνοδεύεται από κοιλιακή σύσπαση, δυσκοιλιότητα, κοπρανώδης εμέτους, διάταση της κοιλίας και καταπληξία. Αναλυτικά »

Εισπνοή

Αναπνοή, εισαγωγή αέρα μέσα στους πνεύμονες. Το αντίθετο της εκπνοής. Η μέση συχνότητα είναι 12 με 18 αναπνοές ανά λεπτό, για έναν φυσιολογικό ενήλικα σε ανάπαυση. Η αναπνοή μπορεί να είναι πλευρική Αναλυτικά »

Έκζεμα

Γενικός όρος για την περιγραφή ενός κνησμώδους, ερυθηματώδους εξανθήματος, το οποίο αρχικά εκκρίνει ή εμποτίζεται από ορώδες υγρό και μπορεί να εφελκιδοποιηθεί, να λεπτυνθεί ή να γίνει φολιδώδες. Το Αναλυτικά »

Έκθεση, επίδειξη, αποκάλυψη

1. Η ποσότητα της ακτινοβολίας που εκπέμπεται προς ή από μια συγκεκριμένη περιοχή ή σε ολόκληρο το σώμα ή ένα αντικείμενο. 2. Η επαφή με έναν παράγοντα που μπορεί να προκαλέσει νόσο ή τραυματισμό, Αναλυτικά »

Εκθέτω

1. Ανοίγω, όπως κατά τη χειρουργική διάνοιξη της κοιλιακής κοιλότητας. 2. Ξεσκεπάζω, εκθέτω κάποιον ή κάτι σε έλλειψη θερμότητας ή προφύλαξης. 3. Εκθέτω, τοποθετώ σε επαφή με ένα μολυσμένο άτομο ή Αναλυτικά »

Έκθυμα

Έκθυμα ή ελκοφλυκταινώδης πυοδερματίτις. Μια εσχαροποιημένη δερματική λοίμωξη που προκαλείται από πυογόνους στρεπτόκοκκους. Μοιάζει με το έκζεμα, εκτείνεται όμως πιο βαθιά στην επιδερμίδα. Συνήθως, Αναλυτικά »

Έκθυση

1. Εξάνθηση, έκθυση. Ένα ορατό ξέσπασμα, ιδίως μιας δερματικής βλάβης ή εξανθήματος που συνοδεύει μια νόσο, όπως η ιλαρά ή η οστρακιά. 2. Εξάνθημα. Η εμφάνιση μιας βλάβης όπως η ερυθρότητα ή στίγμα Αναλυτικά »

Εκκολπωματίτιδα

Φλεγμονή ενός εκκολπώματος ή εκκολπωμάτων στην εντερική οδό, και ειδικότερα στο κόλον, προκαλώντας πόνο, ανορεξία, πυρετό και περιστασιακά περιτονίτιδα. ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Κατά τη διάρκεια ενός οξέως Αναλυτικά »

Έκκριση

1. Έκκριση· η σύνθεση και απελευθέρωση ουσιών από τους αδένες. Οι αδενικές εκκρίσεις ενδέχεται να έχουν πολλές λειτουργίες, όπως χώνευση (χολή, πεψίνη, στομαχικό οξύ), θερμορύθμιση (εφίδρωση), απέκκριση Αναλυτικά »

Έκκριση

1. Αποκρίματα. 2. Η απέκκριση ή αποβολή άχρηστων υλικών από το σώμα. ΟΡΓΑΝΑ: Έντερο: Αποβάλλει άπεπτα υπολείμματα, νερό και βακτήρια. Νεφροί: Αποβάλλουν νερό, αζωτούχες ενώσεις (ουρία, ουρικό οξύ, Αναλυτικά »

Σελίδες: Επόμενη