Βρέθηκαν 39 λήμματα

Γαγγλιοκύτταρο

1. Οποιοσδήποτε νευρώνας, το κυτταρικό σώμα του οποίου, εντοπίζεται εντός ενός γαγγλίου. 2. Νευρώνας του αμφιβληστροειδούς, ο νευρώνας του οποίου κείται στο γαγγλιακό κυτταρικό στρώμα. Οι άξονες των Αναλυτικά »

Γάγγραινα

Νέκρωση ή θάνατος ιστού, συνήθως λόγω ανεπάρκειας ή απουσίας αιματικής παροχής. ΑΙΤΙΟΛΟΠΑ: Η γάγγραινα προκαλείται συνήθως από απόφραξη της αιματικής παροχής ενός οργάνου ή ιστού, που οφείλεται πιθανότατα Αναλυτικά »

Γάλα

Ένα έκκριματων μαζικών αδένων για τη θρέψη των μικρών. ΣΥΝΘΕΣΗ: Το γάλα των αγελάδων αποτελείται από νερό, οργανικές ουσίες και μεταλλικά άλατα. Οργανικές ουσίες Πρωτεΐνες: Οι κυρίαρχες πρωτεΐνες Αναλυτικά »

Γαλακτόζη

Δεξιόστροφος μονοσακχαρίτης ή απλή εξόζη, C 6 H 12 Ο 6 . Η γαλακτόζη είναι ισομερές της γλυκόζης και σχηματίζεται, μαζί με τη γλυκόζη, από την υδρόλυση της λακτόζης. Αποτελεί συστατικό των κερεβροσιδών. Αναλυτικά »

Γαλάκτωμα

1. Μίγμα δυο υγρών τα οποία δεν είναι αμοιβαία διαλυτά. Εάν αναταραχθεί αρκετά, το ένα από τα δύο διαιρείται σε σφαιρίδια στην αποκαλούμενη ασυνεχή ή διεσπαρμένη φάση. Το άλλο αποτελεί τη συνεχή φάση. Αναλυτικά »

Γαλακτωματοποίηση

1. Η διαδικασία παρασκευής ενός γαλακτώματος, επιτρέποντας την ανάμιξη λίπους και νερού. 2. Η διάσπαση μεγάλων σφαιριδίων λίπους στο έντερο σε μικρότερα, ομοιόμορφα κατανεμημένα σωματίδια, η οποία Αναλυτικά »

Γάλλιο

ΣΥΜΒ: Ga Σπάνιο μέταλλο, μικρές ποσότητες του οποίου ανευρίσκονται στα μείγματα του βωξίτη και του ψευδαργύρου· ατομικό βάρος 69,72, ατομικός αριθμός 31. Το γάλλιο-67 ( 67 Ga) χρησιμοποιείται στην Αναλυτικά »

Γαστρεντερική αιμορραγία

Αιμορραγία από το πεπτικό σύστημα. Για παράδειγμα, αιματέμεση, αιμορραγία από το ορθό ή μέλαινα κένωση (μαύρα κόπρανα). Η αιμορραγία αυτή μπορεί να προκληθεί από ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων, συμπεριλαμβανομένων Αναλυτικά »

Γαστρεντερίτιδα

Φλεγμονή του στομάχου και της εντερικής οδού που προκαλεί εμέτους, διάρροια ή και τα δύο. Τα συχνότερα αίτια είναι οι ιοί (π.χ., ροταϊοί) και τα βακτήρια (π.χ., Salmonella ) στην τροφή και το νερό. ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Αναλυτικά »

Γαστρικό έλκος

Έλκος του γαστρικού βλεννογόνου. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Κοινά αίτια είναι τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, η χρήση αλκοόλ ή καπνού και η λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού.Αναλυτικά »

Γαστρικό υγρό

Η έκκριση των γαστρικών αδένων του στομάχου. Πρόκειται για λεπτόρρευστο, άχρωμο υγρό, επί το πλείστον υδατοειδές, που περιέχει βλέννη, τον ενδογενή παράγοντα, υδροχλωρικό οξύ, το ένζυμο πεψίνη Αναλυτικά »

Γαστρικός καρκίνος

Αδενοκαρκίνωμα του στομάχου. Το 50% έως 60% όλων των καρκινωμάτων του στομάχου αναπτύσσονται στην περιοχή του πυλωρού. Το 20% αναπτύσσεται κατά μήκος του ελάσσονος τόξου· τα υπόλοιπα εντοπίζονται Αναλυτικά »

Γαστρίτιδα

Οξεία ή χρόνια φλεγμονή του βλεννογόνου του στομάχου. Παγκοσμίως, η συχνότερη αιτία είναι η λοίμωξη από το Helicobacter pylori. Άλλες λιγότερο συχνές αιτίες γαστρικής φλεγμονής περιλαμβάνουν τη χρήση Αναλυτικά »

Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση

Συχνή κατάσταση κατά την οποία τα οξέα του στομάχου παλινδρομούν προς τον οισοφάγο, προκαλώντας δυσφορία και σε ορισμένες περιπτώσεις καταστροφή του οισοφαγικού επιθηλίου. Η κατάσταση αυτή θεωρείται Αναλυτικά »

Γήρανση

1. Μεγαλώνω ηλικιακά. Οι περισσότεροι αποδίδουν σε αυτόν τον όρο την έννοια της ωρίμανσης και των σωματικών αλλαγών που συμβαίνουν στα συστήματα των οργάνων μετά την ηλικία των 30. Οι φυσιολογικές αλλαγές Αναλυτικά »

Γιγαντοκύτταρο

1. Ενεργό, πολυπύρηνο φαγοκύτταρο, δημιουργημένο από διάφορα μεμονωμένα μακροφάγα, τα οποία έχουν συγχωνευθεί γύρω από ένα μεγάλο παθογόνο, ή μια ουσία ανθεκτική στην καταστροφή, όπως μια ακίδα, ή Αναλυτικά »

Γλακτική οξέωση

Συγκέντρωση γαλακτικού οξέος στο αίμα, συχνά εξαιτίας ανεπαρκούς διύλισης και οξυγόνωσης ζωτικών οργάνων (όπως στο καρδιογενές, ισχαιμικό ή σηπτικό shock), υπερδοσολογίας φαρμάκων (συχνά σαλικυλικών ή Αναλυτικά »

Γλαύκωμα

Ομάδα παθήσεων του οφθαλμού που χαρακτηρίζονται από αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση που καταλήγει σε ατροφία του οπτικού νεύρου και πιθανώς σε τύφλωση. Το γλαύκωμα είναι η τρίτη συχνότερη αιτία έκπτωσης της Αναλυτικά »

Γλιαδίνη

Μια μη υδατοδιαλυτή πρωτεΐνη που βρίσκεται στη γλουτένη του σιταριού. Δεν περιέχει το απαραίτητο αμινοξύ λυσίνη. Η κολλώδης μάζα που προκύπτει, όταν αναμείξουμε αλεύρι και νερό, οφείλεται στη γλιαδίνη. Αναλυτικά »

Γλοιότητα, ιξώδες

1. H κατάσταση του να είναι κάποιος κολλώδης ή γλοιώδης. 2. H αντίσταση ενός υγρού σε οποιαδήποτε αλλαγή του σχήματος ή της σχετικής θέσης των μορίων του εξαιτίας των ισχυρών έλξεων που αναπτύσσονται Αναλυτικά »

Γλυκαιμικός δείκτης

Μία αναλογία που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ικανότητα μίας τροφής να αυξάνει το σάκχαρο του αίματος συγκρινόμενη με την κατανάλωση είτε γλυκόζης είτε λευκού ψωμιού ως πρότυπο. Τροφές Αναλυτικά »

Γλυκερίνη

Mια τριυδρική αλκοόλη, τριυδροξυπροπάνιο, που βρίσκεται ως χημική ένωση σε όλα τα λιπίδια. Είναι ένα κολλώδες, άχρωμο υγρό, διαλυτό στο νερό και στην αλκοόλη σε κάθε αναλογία. Παρασκευάζεται στο εμπόριο Αναλυτικά »

Γλυκογονίαση

Οποιαδήποτε από τις σοβαρές κληρονομικές παθήσεις που χαρακτηρίζονται από παθολογική αποθήκευση και συσσώρευση γλυκογόνου στους ιστούς, ειδικά στο ήπαρ. Οι παθήσεις αυτές ομαδοποιούνται σε διαφόρους Αναλυτικά »

Γλυκογόνο

Ένας πολυσακχαρίτης, (C 6 H 10 O 5 ) n , η κοινή ονομασία του οποίου είναι ζωικό άμυλο, που αποτελεί την αποθηκευτική μορφή της γλυκόζης στο ήπαρ και στους μυς. Ο σχηματισμός του γλυκογόνου από πηγές Αναλυτικά »

Γλυκόζη

Ένα απλό σάκχαρο ή μονοσακχαρίτης, C 6 H 12 O 6 , το οποίο αποτελεί το τελικό προϊόν του καταβολισμού των υδατανθράκων. Το δεξιόστροφο ισομερές του (D-γλυκόζη) αποτελεί μια από τις κυριότερες πηγές Αναλυτικά »

Γλυκόλη

Oποιαδήποτε από τις διυδρικές αλκοόλες που σχετίζονται με την αιθυλική αλκοόλη, C 2 H 6 O 2 . ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι γλυκόλες, συμπεριλαμβανομένων της αιθυλενικής και προπυλενικής γλυκόλης, ανευρίσκονται Αναλυτικά »

Γλυκοσίδη

Μια ουσία που προέρχεται από τα φυτά και κατά την υδρόλυση της αποδίδει ένα σάκχαρο και ένα ή περισσότερα πρόσθετα προϊόντα. Οι γλυκοσίδες ανάλογα με το σάκχαρο που περιέχουν, ονομάζονται γλυκοσίδια Αναλυτικά »

Γλώσσα

Το ελεύθερο κινητό μυώδες όργανο επί του εδάφους του στόματος και μερικώς του φάρυγγα. Είναι το όργανο της γεύσης και συμβάλλει επίσης στην μάσηση, κατάποση, και ομιλία. ΑΝΑΤΟΜΙΑ: Η γλώσσα αποτελείται Αναλυτικά »

Γναθοστομίαση

Μια μορφή σπλαχνικής λοίμωξης των ανθρώπινων ιστών από μεταναστευτικές προνύμφες που προκαλείται από το νηματοειδές παράσιτο του σκύλου και της γάτας, Gnathostoma spinigerum . Η πρόσληψη γίνεται με Αναλυτικά »

Γονίδιο

Η βασική μονάδα της κληρονομικότητας, αποτελούμενη από DNA, τον κώδικα για συγκεκριμένες πρωτεΐνες. Κάθε γονίδιο καταλαμβάνει συγκεκριμένη θέση σε ένα χρωμόσωμα. Τα γονίδια αποτελούν αυτοαναπαραγόμενες Αναλυτικά »

Σελίδες: Επόμενη