Βρέθηκαν 45 λήμματα

Λακτόζη

1. Ένας δισακχαρίτης, ο οποίος κατά την υδρόλυση του δίνει γλυκόζη και γαλακτόζη. Συγκεκριμένα βακτήρια μπορούν να την μετατρέψουν σε γαλακτικό ή βουτυρικό οξύ, όπως στο όξινο γάλα. Το γάλα των Αναλυτικά »

Λαμβλίαση

Λοίμωξη με το μαστιγοφόρο πρωτόζωο Giardia lamblia . ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι επαγγελματίες της υγείας θα πρέπει να υποπτευθούν λοίμωξη από Giardia σε ταξιδιώτες με συμπτώματα από το γαστρεντερικό, οι οποίοι Αναλυτικά »

Λανθάνουσα μνήμη

Μια ανακριβής ή ατελής αναπαράσταση ενός γεγονότος του παρελθόντος. Η ακρίβεια, η εγκυρότητα και η αξιοπιστία της μνήμης επηρεάζονται από τους ακόλουθους παράγοντες: ηλικία· σοβαρή ασθένεια, τραυματισμός Αναλυτικά »

Λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή με laser

Η αφαίρεση της χοληδόχου κύστης, χρησιμοποιώντας laser ως τμητικό εργαλείο, εφαρμοζόμενο λαπαροσκοπικά. Αυτή η διαδικασία μπορεί να είναι ακατάλληλη για ασθενείς με βαριά, οξεία χολοκυστίτιδα, ψηλαφήσιμη Αναλυτικά »

Λαπαροτομία, λαπαροτομή

Το χειρουργικό άνοιγμα της κοιλιάς. ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητική: Προσδιορίζονται οι γνώσεις του ασθενούς αναφορικά με την επέμβαση, διασαφηνίζονται οι παρανοήσεις και αποκτάται ενυπόγραφη συγκατάθεση Αναλυτικά »

Λάρυγγας

Μυοχόνδρινο όργανο στο ανώτερο άκρο της τραχείας, κάτω από τη ρίζα της γλώσσας, που επενδύεται με κροσσωτό βλεννογόνο, και αποτελεί τμήμα του αεραγωγού και της φωνητικής συσκευής. Ανατομία: Ο λάρυγγας Αναλυτικά »

Λαρυγγεκτομή

Αφαίρεση ολόκληρου ή τμήματος του λάρυγγα, για την αντιμετώπιση των καρκίνων του λάρυγγα, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι καρκινώματα πλακωδών κυττάρων. Η επιπρόσθετη θεραπεία μπορεί να Αναλυτικά »

Λεϊσμανίαση

Μια χρόνια παρασιτική νόσος του δέρματος, των σπλάγχνων ή των βλεννογόνων, η οποία προκαλείται από το γένος Leishmania και μεταδίδεται στους ανθρώπους με το δήγμα μολυσμένων φλεβοτόμων. Η λεϊσμανίαση Αναλυτικά »

Λειτουργία, επέμβαση, εγχείρηση

1. Η πράξη της εγχείρησης. 2. Μια χειρουργική επέμβαση. 3. Η επίδραση ή η μέθοδος δράσης οποιασδήποτε θεραπείας. Το ξύρισμα του δέρματος στο σημείο της επέμβασης προεγχειρητικά μπορεί να μην είναι Αναλυτικά »

Λειχήνας

1. Οποιαδήποτε μορφή βλατιδώδους δερματοπάθειας, συνήθως δηλώνει τον ομαλό λειχήνα. 2. Στην βοτανική, οποιοσδήποτε μύκητας αυξάνει συμβιωτικά με συγκεκριμένα φύκη. Δημιουργούν χαρακτηριστικές λεπιδώδεις Αναλυτικά »

Λεκιθίνη

Ένα φωσφολιπίδιο (φωσφογλυκερίδιο) που αποτελεί τμήμα των κυτταρικών μεμβρανών· εντοπίζεται επίσης στο αίμα και στη λέκιθο του αυγού. Η υδρόλυσή της έχει ως προϊόντα στεατικό οξύ, γλυκερόλη, φωσφορικό Αναλυτικά »

Λεμφαδενίτιδα

Φλεγμονή των λεμφαδένων, η οποία οφείλεται σε ενεργοποίηση των φαγοκυττάρων και των λεμφοκυττάρων, που συναντούν μεγάλους αριθμούς μικροοργανισμών, καρκινικών κυττάρων ή άλλου αντιγονικού υλικού. Αναλυτικά »

Λεμφοίδημα

Μια παθολογική συγκέντρωση ιστικού υγρού (δυνητικά λέμφος) στους διάμεσους χώρους. Ο μηχανισμός της άθροισης είναι είτε η διαταραχή της φυσιολογικής πρόσληψης του ιστικού υγρού από τα λεμφαγγεία ή η υπέρμετρη Αναλυτικά »

Λεμφοκύτταρο

Ένα λευκό αιμοσφαίριο, υπεύθυνο για μεγάλο τμήμα της ανοσολογικής προστασίας του οργανισμού. Στο αίμα κυκλοφορούν λιγότερα από το 1%, με τα υπόλοιπα να βρίσκονται στους λεμφαδένες, στον σπλήνα Αναλυτικά »

Λέμφος

Το όνομα που δίνεται στο ιστικό υγρό που εισέρχεται στα λεμφικά τριχοειδή και εντοπίζεται στα μεγαλύτερα λεμφαγγεία. Είναι αλκαλικό, διαυγές και άχρωμο, αν και η λέμφος από το λεπτό έντερο εμφανίζεται Αναλυτικά »

Λέπρα

Μια χρόνια λοιμώδης νόσος του δέρματος και των περιφερικών νεύρων, η οποία προκαλείται από το Mycobacterium leprae . Σε χρονίως προσβεβλημένα άτομα, μπορεί να προκαλέσει χαρακτηριστικές δακτυλιόμορφες, Αναλυτικά »

Λέπρα

Όρος που χρησιμοποιούταν παλαιότερα αντί του leprosy. Πλέον, χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό μιας αντίδρασης που εμφανίζεται σε λεπρούς, η οποία αποτελείται από επιδείνωση των βλαβών και συνοδεύεται Αναλυτικά »

Λεπτίνη

Μια πεπτιδική ορμόνη που παράγεται από το λιπώδη ιστό, αυξάνει την αποθήκευση του σωματικού λίπους και καταστέλλει την όρεξη. Η λεπτίνη συμβάλλει επίσης στην εκδήλωση της εφηβείας και στην εκκρίση Αναλυτικά »

Λεπτό έντερο

Το πρώτο τμήμα του λεπτού εντέρου είναι το δωδεκαδάκτυλο, περίπου 8 με 20 με 28 εκ. μήκος, το οποίο λαμβάνει πολτο-ποιημένη τροφή από τον στόμαχο μέσω του πυλωρικού στομίου, και μέσω του κοινού Αναλυτικά »

Λεπτομέρεια

1. Λεπτομέρεια. Στην ακτινολογία, η οξύτητα με την οποία παρουσιάζεται η εικόνα σε μια ακτινογραφία. 2. Στη φαρμακολογία, η παροχή προσωπικής επιμόρφωσης σχετικά με την φαρμακολογία, τις χρήσεις και Αναλυτικά »

Λευκοκυτταρικός τύπος

Ο αριθμός και ο τύπος των λευκών αιμοσφαιρίων, όπως αυτός προσδιορίζεται από την μικροσκοπική εξέταση ενός λεπτού επιχρίσματος αίματος πάνω σε γυάλινη πλάκα (πλακάκι), αφού πρώτα έχει βαφτεί κατάλληλα Αναλυτικά »

Λευκοκύτταρο

Ένα λευκό αιμοσφαίριο (WBC). Υπάρχουν δύο τύποι: τα κοκκιοκύτταρα (αυτά που έχουν στο κυτόπλασμά τους μεγάλα κοκκία που χρωματίζονται με διάφορα χρώματα στο μικροσκόπιο) και τα ακοκκιοκύτταρα (αυτά Αναλυτικά »

Λευχαιμία

Μια τάξη αιματολογικών κακοηθειών, στις οποίες αθάνατοι κλώνοι ανώριμων κυττάρων του αίματος πολλαπλασιάζονται σε βάρος των φυσιολογικών κυττάρων. Καθώς τα φυσιολογικά κύτταρα του αίματος εξαλείφονται Αναλυτικά »

Λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων

Μια χρόνια, χαμηλού βαθμού αιματολογική κακοήθεια Β λεμφοκυττάρων ανώμαλου σχήματος ("τριχωτά κύτταρα"). Η νόσος χαρακτηρίζεται από πανκυτταροπενία και σπληνομεγαλία. Η μέση επιβίωση ασθενών που δεν υποβάλλονται Αναλυτικά »

Ληθαργικη εγκεφαλίτιδα

Μια μορφή εγκεφαλίτιδας που εμφανιζόταν συχνά μετά από την πανδημία γρίπης του 1917 και 1918 και σπάνια έκτοτε. Τα κύρια χαρακτηριστικά της περιλαμβάνουν παράλυση των οφθαλμοκινητικών μυών και έντονη Αναλυτικά »

Λίθος

Οποιαδήποτε παθολογική εναπόθεση, κοινώς καλούμενος λίθος, μέσα σε έναν ζωικό οργανισμό. Ένας λίθος αποτελείται συνήθως από μεταλλικά άλατα. Αυτές οι παθολογικές εναποθέσεις μπορούν να εμφανιστούν Αναλυτικά »

Λιποπρωτεΐνη

Συνεζευγμένες χημικές ενώσεις στην κυκλοφορία του αίματος, που αποτελούνται από απλές πρωτεΐνες προσδεδεμένες σε λίπος. Η χοληστερόλη, τα φωσφολιπίδια και τα τριγλυκερίδια αποτελούν όλα λιπώδη Αναλυτικά »

Λιποπρωτεΐνη (α)

Ένα σύμπλεγμα λιπιδίου-πρωτεΐνης, το οποίο εντοπίζεται φυσιολογικά στο πλάσμα, σε μικρές ποσότητες, σε όλους τους ανθρώπους, με την εξαίρεση κάποιων ατόμων με συγγενείς μορφές αθηροσκλήρωσης, όπου Αναλυτικά »

Λίπος

1. Ο λιπώδης ιστός του σώματος που χρησιμεύει σαν αποθήκη ενέργειας. 2. Στη χημεία, οι τριγλυκεριδικοί εστέρες των λιπαρών οξέων· μία από τις ομάδες οργανικών συστατικών που σχετίζονται στενά στη φύση Αναλυτικά »

Λιπώδης εμβολισμός

Εμβολισμός προκαλούμενος από σφαιρίδια λίπους, που αποφράσσουν τα αιμοφόρα αγγεία. Συμβαίνει συχνά μετά από κάταγμα μακρών και πυελικών οστών, μερικές φορές μετά από έγχυση λιπωδών διαλυμάτων και μπορεί Αναλυτικά »

Σελίδες: Επόμενη