Αγγλικός όρος

acute bronchitis

Ορισμός

1. Λοίμωξη των βρόγχων που μπορεί να μη διακρίνεται από το κοινό κρυολόγημα, και η οποία σχετίζεται συχνά με επίμονο βήχα ή παραγωγή πτυέλων. Προκαλείται συνήθως από ιούς (ειδικά ρινοΐούς, ιούς της γρίπης Α και Β, αδενοΐούς ή αναπνευστικό συγκυτιακό ιό) ή λιγότερο συχνά από μυκόπλααμα pneumoniae, χλαμύδια, στρεπτόκοκκους, αιμόφιλο spp, Moraxella lacunata, Bordetella pertussis ή σταφυλόκοκκους.

2. Μη λοιμώδης φλεγμονή των βρόγχων που προκαλείται από την έκθεση σε ερεθιστικές ουσίες, όπως σκόνη, καπνούς ή γύρη.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι ασθενείς αντιμετωπίζονται με κατάκλιση, αυξημένη λήψη υγρών, αντιπυρετικά και αναλγητικά. Τα σπρέι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ελάττωση του ερεθισμού των βρόγχων. Τα αντιβιοτικά σπάνια ενδείκνυνται (ακόμα και αν υπάρχουν πυώδη πτύελα), εκτός και αν τα συμπτώματα συνεχίζουν για πάνω από 10 μέρες ή αν υπάρχει υποκείμενη νόσος, όπως συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια ή ανοσοανεπάρκεια. Μερικές παρατεταμένες περιπτώσεις οξείας βρογχίτιδας θα αποδειχθεί ότι πιθανώς να οφείλονται σε κοκκύτη, ο οποίος ανταποκρίνεται στην ερυθρομυκίνη. Η ακτινογραφία θώρακος ενδείκνυται για τον έλεγχο πνευμονίας, όταν υπάρχει κλινική υποψία (π.χ. σοβαρά αναπνευστικά συμπτώματα, πυρετός, ταχυκαρδία, υποξία ή μη φυσιολογικό πνευμονικό ψιθύρισμα).

Κύριος όρος

bronchitis