Βρέθηκαν 133 λήμματα

Πάγκρεας

Σύνθετος λοβιοσωληνώδης αδένας που εντοπίζεται πίσω από το στομάχι και μπροστά από τον πρώτο και δεύτερο οσφυϊκό σπόνδυλο. Η κεφαλή του βρίσκεται εντός της καμπύλης του δωδεκαδακτύλου, η ουρά του Αναλυτικά »

Παθητική-επιθετική διαταραχή της προσωπικότητας

Διαταραχή της προσωπικότητας που χαρακτηρίζεται από την έμμεση αντίσταση στις απαιτήσεις της εργασιακής και κοινωνικής αποδοτικότητας, διαμέσου αναβολής, αργοσχολίας, ισχυρογνωμοσύνης, αναποτελεσματικότητας Αναλυτικά »

Παθογόνος μικροοργανισμός

Κάθε μικροοργανισμός, ο οποίος μπορεί να βλάψει τον ξενιστή του, π.χ., με το να ανταγωνίζεται μαζί του για τους μεταβολικούς πόρους του, να καταστρέφει τα κύτταρα ή τους ιστούς του ή να εκκρίνει Αναλυτικά »

Παιδική κακοποίηση

Συναισθηματική, σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση σε ένα παιδί. Μπορεί να παρατηρηθεί μετά από περιπτώσεις σοβαρής διαταραχής στη διαδικασία της γονικής προσκόλλησης. Μπορεί είτε να είναι ενεργητικός τραυματισμός Αναλυτικά »

Πανώλη

1. Κάθε εξαπλωμένη λοιμώδης νόσος που σχετίζεται με αυξημένο ποσοστό θανάτου. 2. Συχνά θανατηφόρος νόσος που προκαλείται από την Yersinia pestis. Οι φυσικοί ξενιστές είναι οι σκίουροι, τα άγρια τρωκτικά Αναλυτικά »

Παραγόμενος από το ενδοθήλιο αγγειοδιασταλτικός παράγοντας

Ένας αγγειοδιασταλτικός παράγοντας που απελευθερώνεται από το αγγειακό ενδοθήλιο. Προάγει τη χάλαση των λείων μυϊκών ινών των αγγείων και την αναστολή της συγκόλλησης και συσσώρευσης των αιμοπεταλίων. Αναλυτικά »

Παράγοντας κινδύνου

Ένα περιβαλλοντικό, χημικό, ψυχολογικό, φυσιολογικό ή γενετικό στοιχείο που προδιαθέτει ένα άτομο να αναπτύξει μια ασθένεια. Για παράδειγμα, οι παράγοντες κινδύνου της στεφανιαίας νόσου περιλαμβάνουν Αναλυτικά »

Παράγοντας νέκρωσης όγκων

Μία πρωτεΐνη μεσολαβητής ή κυτταροκίνη που απελευθερώνεται πρωτογενώς από μακροφάγα και Τ λεμφοκύτταρα και βοηθά την ρύθμιση της ανοσολογικής απόκρισης καθώς και ορισμένων αιμοποιητικών λειτουργιών. Αναλυτικά »

Παράδοξη εμβολισμός

Εμβολισμός που ξεκινά από το φλεβικό σκέλος της κυκλοφορίας και εισέρχεται στο αρτηριακό σκέλος περνώντας από τη δεξιά κυκλοφορία στην αριστερή μέσω ενός ανοικτού ωοειδούς τρήματος ή ενός ελλείμματος Αναλυτικά »

Παραθορμόνη

Μία ορμόνη που εκκρίνεται από τους παραθυρεοειδείς αδένες και ρυθμίζει τα επίπεδα ασβεστίου και φωσφόρου του αίματος. Η ανεπάρκειά της έχει ως αποτέλεσμα χαμηλά επίπεδα ασβεστίου του ορού (υποπαραθυρεοειδισμός)· Αναλυτικά »

Παράκαμψη

Εφαρμόζεται χειρουργικά για την δημιουργία εναλλακτικής διαδρομής του αίματος, κατά την απόφραξη μιας κύριας ή ζωτικής αρτηρίας, όπως είναι η κοιλιακή αορτή ή μία στεφανιαία αρτηρία. Οι διάφορες επεμβάσεις Αναλυτικά »

Παρακολούθηση αναπνευστικής λειτουργίας

Η χρήση πολλαπλών τεχνικών με σκοπό την ειδοποίηση των οικείων του ασθενή για μεταβολή στην ικανότητα των πνευμόνων να επιτελέσουν τη λειτουργία τους. Οι τεχνικές αυτές περιλαμβάνουν μη επεμβατικές Αναλυτικά »

Παραλήρημα

Μια οξεία και αναστρέψιμη κατάσταση διαταραγμένης σύγχυσης. Το παραλήρημα χαρακτηρίζεται από αποπροσανατολισμό χωρίς υπνηλία· ψευδαισθήσεις ή παραισθήσεις· δυσκολία στην επικέντρωση της προσοχής· αδυναμία Αναλυτικά »

Παράλυση

1. Απώλεια της αισθητικότητας, αναισθησία. 2. Απώλεια της εκούσιας κινητικότητας, συνήθως ως αποτέλεσμα νευρολογικής νόσου (π.χ. εγκεφαλικού επεισοδίου και τραυματισμού του νωτιαίου μυελού), φαρμάκων Αναλυτικά »

Παράλυση του Bell

Ετερόπλευρη παράλυση του προσώπου αιφνίδιας έναρξης. Η παράλυση προσβάλλει το άνω και κάτω ήμισυ του προσώπου, διαφοροποιώντας την από την προσωπική παράλυση που σχετίζεται με μερικά εγκεφαλικά επεισόδια Αναλυτικά »

Παραμόρφωση

1. H στρέβλωση ή απόκλιση από το κανονικό σχήμα. 2. Οι συσπάσεις ή οι παραμορφώσεις, όπως οι κινήσεις των μυών του προσώπου. 3. H παραμόρφωση που αλλάζει το σχήμα μέρους ή όλης της δομής. 4. Στην Αναλυτικά »

Παραμορφωτική οστεΐτιδα

Μια σκελετική νόσος αγνώστου αιτιολογίας, η οποία επηρεάζει μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους· μια χρόνια μορφή οστεΐτιδας με πάχυνση και υπερτροφία των μακρών οστών και παραμόρφωση των πλατιών οστών. Αναλυτικά »

Παράνοια

Κατάσταση κατά την οποία οι ασθενείς επιδεικνύουν μόνιμες παραισθήσεις καταδίωξης ή παραισθησιακή ζήλια. Η διαταραχή πρέπει να είναι μόνιμη, διαρκώντας τουλάχιστον μια εβδομάδα. Μπορεί να συνοδεύεται Αναλυτικά »

Παραπληγία

Παράλυση του κάτω τμήματος του σώματος και των δυο ποδιών. Προκαλείται από βλάβη που προσβάλλει τον νωτιαίο μυελό, η οποία μπορεί να οφείλεται σε διαταραχή της διάπλασης, επισκληρίδιο απόστημα, Αναλυτικά »

Παράσυρση

1. Η ανάκτηση του ελέγχου του καρδιακού ρυθμού (ιδίως του ταχέως ρυθμού) με ένα εξωτερικό ερέθισμα, όπως με έναν καρδιακό βηματοδότη. 2. Η έλξη ενός δεύτερου υγρού από το ρεύμα ενός αερίου ή υγρού Αναλυτικά »

Παρατυφοειδής πυρετός

Σπάνια μορφή εμπύρετης γαστρεντερίτιδας στις δυτικές κοινωνίες, η οποία χαρακτηρίζεται από πυρετό, κοιλιακό άλγος, διάρροια, κεφαλαλγία και περιστασιακά εντερική διάτρηση. Προκαλείται από την Salmonella Αναλυτικά »

Παραφίνη

1. Κηρώδες, λευκό, άγευστο, άοσμο μίγμα στέρεων υδρογονανθράκων που λαμβάνεται από το πετρέλαιο. Χρησιμοποιείται ως βασικό συστατικό για αλοιφές ή ως επίθεμα σε τραύματα. 2. Ένας από τους κορεσμένους Αναλυτικά »

Παρβοϊός

Ομάδα ιών που είναι όμοια με τους αδενοϊούς. Είναι παθογόνοι για τα ζώα και τους ανθρώπους.Αναλυτικά »

Παρενέργεια

Δράση ή επίδραση φαρμάκου διαφορετική από την επιθυμητή. Συνήθως είναι ένα μη επιθυμητό αποτέλεσμα, όπως ναυτία, κεφαλαλγία, αύπνία, εξάνθημα, σύγχυση, ζάλη, ή ανεπιθύμητη αλληλεπίδραση με άλλο φάρμακο.Αναλυτικά »

Παρηγορητική θεραπεία

Θεραπεία σχεδιασμένη για την ανακούφιση των συμπτωμάτων μιας ασθένειας και όχι τόσο για την ίασή της. Βλ.: πίνακα. Αναλυτικά »

Παροδική ισχαιμική προσβολή

Ένα νευρολογικό ελάττωμα, με αγγειακή αιτία, που παράγει συμπτώματα εγκεφαλικού επεισοδίου που επιλύονται εντός 24ώρου. (Πρακτικά, οι περισσότερες ΤΙΑ αποκαθίστανται εντός μίας ώρας από την έναρξη.) Οι Αναλυτικά »

Παρόρμηση

Μία εμμένουσα ψυχική ώθηση για δράση η οποία δεν καταπραΰνεται μέχρι να πραγματοποιηθεί η δράση. Χαρακτηριστικά των παρορμήσεων, των εμμονών και των αναστολών είναι η πλήρης συνείδηση της επικείμενης Αναλυτικά »

Παροσμία

Διαταραχή ή διαστρέβλωση της αίσθησης της όσφρησης, λαθεμένη αίσθηση των οσμών ή αντίληψη οσμών που δεν υπάρχουν. Οι ευχάριστες οσμές θεωρούνται δυσάρεστες και οι δυσάρεστες ευχάριστες. Η ενδοφλέβια Αναλυτικά »

Παρωτίτιδα

Μια οξεία λοιμώδης νόσος, που προκαλείται από τον παραμυξoϊό της παρωτίτιδας, η οποία οδηγεί σε φλεγμονή των σιελογόνων αδένων και άλλων οργάνων. Η επίπτωση στις Η.Π.Α. είναι εξαιρετικά χαμηλή Αναλυτικά »

Παστερίωση

Η διαδικασία θέρμανσης ενός υγρού σε μέτρια θερμοκρασία επί ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, για την καταστροφή των ανεπιθύμητων βακτηρίων, χωρίς οποιαδήποτε αλλαγή της χημικής σύστασης του υγρού. Αναλυτικά »

Σελίδες: Επόμενη