Το Τμήμα Ναρκωτικών της Διεύθυνσης Δημόσιας Ασφάλειας της Ελληνικής Αστυνομίας είναι αρμόδιο για τη συλλογή στοιχείων που αφορούν τους θανάτους από ναρκωτικά. Τα στοιχεία αυτά βασίζονται στα αποτελέσματα των ιατροδικαστικών εξετάσεων και των τοξικολογικών αναλύσεων που διενεργούνται από τους αρμόδιους φορείς (Εργαστήρια Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας των ΑΕΙ και Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης) σε περιπτώσεις θανάτων.

Στους θανάτους αυτούς καταγράφονται μόνο οι οξείες δηλητηριάσεις, δεν καταγράφονται δηλαδή οι θάνατοι που σχετίζονται έμμεσα με τα ναρκωτικά. Παρά τους μεθοδολογικούς περιορισμούς, ο Δείκτης Θανάτων αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο για την παρακολούθηση του ρυθμού μεταβολής της επικράτησης των ναρκωτικών σε έναν τόπο, καθώς και της επικινδυνότητας της χρήσης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά (μέχρι 12.9.2007), το έτος 2006 αναφέρθηκαν 273 θάνατοι από ναρκωτικά, από τους οποίους οι 173 (63,4%) έχουν επιβεβαιωθεί με τις κατάλληλες τοξικολογικές αναλύσεις. Από τους βεβαιωθέντες θανάτους, ένα ποσοστό 97,7% σχετίζονται με τη χρήση ηρωίνης, 0,6% με τη χρήση κοκαΐνης και 1,7% με τη χρήση άλλων ψυχοτρόπων ουσιών, εκτός από κοκαΐνη, μορφίνη και το συνδυασμό κάνναβης και αλκοόλ.

Ειδικότερα:

  • Η πλειοψηφία των θανόντων ήταν άνδρες (89,6%), ελληνικής καταγωγής (96,0%), άγαμοι (90,8%) και άνεργοι (83,2%).
  • Το 50,9% των θανόντων ήταν ηλικίας 21-30 ετών, το 46,8% μεγαλύτεροι των 30 ετών και το 2,3% μικρότεροι των 21 ετών. Από το 1998 και μετά η πλειοψηφία των θανόντων ανήκει στην ηλικιακή ομάδα 21-30 ετών, ενώ από το 2000 και μετά παρατηρείται μείωση στο ποσοστό των θανόντων στην ηλικιακή ομάδα μέχρι 21 ετών.
  • Στην περιοχή της Αττικής το ποσοστό των θανάτων ήταν 36,4%, στην περιοχή της Θεσσαλονίκης 25,4% και στη λοιπή χώρα 38,2% . Από το 2002 και μετά το ποσοστό των θανόντων στην Αττική παρουσιάζει μείωση, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τη λοιπή χώρα παρουσιάζει αύξηση.

Συγκρίνοντας τους βεβαιωθέντες θανάτους από ναρκωτικά, το 2006 παρατηρείται μείωση (44,9%) σε σύγκριση με το 2005 αλλά η μείωση αυτή αναμένεται να είναι σημαντικά μικρότερη (περίπου 20%) όταν ολοκληρωθεί από τις αρμόδιες αρχές η διαδικασία της καταγραφής και επεξεργασίας.

Πηγές: ΕΚΤΕΠΝ