Όλο και σε πιο μικρές ηλικίες, εκδηλώνεται στη χώρα μας ο καρκίνος του πνεύμονα. Η έναρξη της καπνιστικής συνήθειας από την εφηβεία και η κατανάλωση περισσότερων τσιγάρων σε σχέση με το παρελθόν, συμβάλλουν στην εμφάνιση της νόσου από τις ηλικίες των 40 ή 50 ετών, έναντι των 50 ή 60 πριν από λίγες δεκαετίες.

Ένας στους πέντε θανάτους από κακοήθειες, οφείλεται στον καρκίνο του πνεύμονα, ο οποίος αποτελεί παγκοσμίως την πιο συχνή μορφή καρκίνου. Περισσότεροι από 3.000 άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα σε όλο τον κόσμο από καρκίνο του πνεύμονα, ενώ κάθε χρόνο τουλάχιστον 1,5 εκατομμύρια άτομα μαθαίνουν ότι πάσχουν από τη νόσο, η οποία είναι η πιο συχνή και θανατηφόρα μορφή κακοήθειας.

Ο μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα (NSCLC) αντιστοιχεί στο 85% του συνόλου των περιστατικών καρκίνου του πνεύμονα, ενώ το υπόλοιπο 15% αφορά στο μικροκυτταρικό τύπο (SCLC). Η εξέλιξή του είναι ταχεία και λιγότερο από το 5% των ασθενών με προχωρημένο μη μικροκυτταρικό καρκίνο επιβιώνουν για πέντε έτη.

Η παράταση του χρόνου που οι ασθενείς ζουν χωρίς να παρουσιάσουν επιδείνωση της νόσου τους και η αντιμετώπιση των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι δύο βασικοί στόχοι της θεραπείας.

Σημαντικά για τους πάσχοντες από τη νόσο είναι τα αποτελέσματα μιας σειράς μελετών που παρουσιάστηκαν φέτος στο κοινό Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Οργάνωσης για τον Καρκίνο (ECCO) και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ιατρικής Ογκολογίας (ESMO), αλλά και στο 45ο Ετήσιο Συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας (ASCO).

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μεγάλης κλινικής μελέτης ATLAS, στην οποία συμμετείχαν 1.160 ασθενείς, ένα νέο θεραπευτικό σχήμα προσφέρει αύξηση του χρόνου επιβίωσης χωρίς επιδείνωση της νόσου κατά 39% στους ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο του πνεύμονα.

Η κλινική έρευνα έδειξε ότι ο συνδυασμός των στοχευουσών (βιολογικών) θεραπειών, μπεβασιζουμάμπης και ερλοτινίμπης υπερέχει σαφώς της μονοθεραπείας με μπεβασιζουμάμπη. Η παραπάνω συνδυαστική θεραπεία, (μπεβασιζουμάμπη και ερλοτινίμπη) παρατείνει το χρόνο επιβίωσης των ασθενών χωρίς επιδείνωση της νόσου τους σε 4,8 μήνες, σε σύγκριση με τους 3,7 μήνες με τη μονοθεραπεία με μπεβασιζουμάμπη.

Με δεδομένο ότι η νόσος εξελίσσεται γρήγορα, το όφελος αυτό που προσφέρει η συνδυασμένη θεραπεία αντιπροσωπεύει ένα νέο σημαντικό επίτευγμα στην αντιμετώπισή της. Είναι, επίσης, σημαντικό ότι η βελτίωση αυτή επιτεύχθηκε χωρίς να υπάρχει ανάγκη συνεχούς χημειοθεραπείας.

Η μελέτη ATLAS διακόπηκε πρόωρα, λόγω της ανωτερότητας της εν λόγω θεραπείας, ενώ τα ευρήματα επιβεβαιώθηκαν από τα αποτελέσματα μίας ακόμη κλινικής μελέτης, της SATURN.

Στη μελέτη SATURN, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 880 ασθενείς με προχωρημένο, υποτροπιάζοντα ή μεταστατικό μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία συντήρησης με ερλοτινίμπη, εφόσον η νόσος τους δεν είχε παρουσιάσει επιδείνωση μετά από χημειοθεραπευτική αγωγή πρώτης γραμμής.

Τα δεδομένα της μελέτης έδειξαν 41% βελτίωση της πιθανότητας επιβίωσης χωρίς επιδείνωση της νόσου, σε σύγκριση με την ομάδα που έλαβε εικονικό φάρμακο.

Στα εν λόγω συνέδρια παρουσιάστηκαν τα ευρήματα μίας ακόμη μελέτης, της SAiL, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 2.000 ασθενείς με προχωρημένο μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας μεγαλύτερης των 65 ετών), ασθενείς με υπέρταση και ασθενείς με μεταστάσεις στον εγκέφαλο.

Τα δεδομένα της μελέτης έδειξαν διάμεση συνολική επιβίωση 14,6 μηνών στους ασθενείς που έλαβαν μπεβασιζουμάμπη σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία, ενώ επιβεβαίωσαν το πολύ καλό προφίλ ασφαλείας της μπεβασιζουμάμπης.

Σχολιάζοντας τις δύο μελέτες, ο καθηγητής κ. Federico Cappuzzo, κύριος ερευνητής στη μελέτη SATURN από το Istituto Clinico Humanitas IRCCS, στο Μιλάνο, δήλωσε τα εξής: ‘Τα αποτελέσματα των μελετών ATLAS και SATURN φέρνουν χαρμόσυνα νέα για τους ασθενείς και τους θεράποντες ιατρούς τους, καθώς η παράταση του χρόνου που οι ασθενείς ζουν χωρίς επιδείνωση της νόσου τους αποτελεί βασικό στόχο της θεραπείας στον καρκίνο του πνεύμονα.

Η διακοπή της εξέλιξης του καρκίνου για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα μειώνει τα συμπτώματα των ασθενών και συμβάλλει στη βελτίωση της ζωής τους. Το γεγονός ότι τα οφέλη αυτά επιτεύχθηκαν χωρίς να υπάρχει ανάγκη χημειοθεραπείας είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς οι ανεπιθύμητες ενέργειες της χημειοθεραπείας αυξάνουν αρκετά τη σωματική και ψυχολογική επιβάρυνση που προκαλεί ο καρκίνος σε πολλούς ασθενείς’.

Τη μελέτη SaiL σχολίασε ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, καθηγητής κ. Lucio Crino, Διευθυντής Ογκολογίας στο Azienda Ospedaliera Santa Maria della Misericordia, στην Περούτζια: ‘Τα ενθαρρυντικά δεδομένα αποτελεσματικότητας που παρατηρήθηκαν στον μεγάλο, πραγματικό, πληθυσμό της μελέτης, συμφωνούν με τα αποτελέσματα από τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες στη θεραπεία πρώτης γραμμής’.

Σχετικά με τη μπεβασιζουμάμπη

Η μπεβασιζουμάμπη είναι ένα αντίσωμα που στοχεύει ειδικά τον VEGF (αγγειακό ενδοθηλιακό αυξητικό παράγοντα), ο οποίος διαδραματίζει βασικό ρόλο στην αγγειογένεση των όγκων –μια σημαντική για την ανάπτυξη και διατήρηση των αιμοφόρων αγγείων διαδικασία, που είναι απαραίτητη για την αύξηση και εξάπλωση του όγκου (μετάσταση) σε άλλα σημεία του σώματος.

Ο μηχανισμός δράσης της μπεβασιζουμάμπης συμβάλλει στον έλεγχο της αύξησης του όγκου και των μεταστάσεων, έχοντας περιορισμένη μόνο επίδραση στις ανεπιθύμητες ενέργειες της χημειοθεραπείας.

Η μπεβασιζουμάμπη έχει αποδεδειγμένα οφέλη επιβίωσης σε πολλούς τύπους όγκων. Η μπεβασιζουμάμπη είναι εγκεκριμένη στην Ευρώπη για την αντιμετώπιση των προχωρημένων σταδίων τεσσάρων συνήθων τύπων καρκίνου: του ορθοκολικού καρκίνου, του καρκίνου του μαστού, του μη-μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα (NSCLC) και του καρκίνου του νεφρού.

Μέχρι σήμερα, πάνω από 500.000 ασθενείς έχουν αντιμετωπισθεί με μπεβασιζουμάμπη.

Σχετικά με την ερλοτινίμπη


Η ερλοτινίμπη είναι ο πρώτος από του στόματος χορηγούμενος στοχεύων παράγοντας EGFR (υποδοχείς του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα). Έχει αποδεδειγμένο σημαντικό όφελος όσον αφορά στην επιβίωση και τα συμπτώματα σε ένα μεγάλο εύρος ασθενών με προχωρημένο καρκίνο του πνεύμονα, χωρίς να έχει τις τοξικές ανεπιθύμητες ενέργειες της χημειοθεραπείας.

Η ερλοτινίμπη αναγνωρίζει και στοχεύει τα κύτταρα του όγκου έχοντας περιορισμένη μόνο επίδραση στα φυσιολογικά κύτταρα, σε αντίθεση με τα χημειοθεραπευτικά φάρμακα, τα οποία καταστρέφουν τόσο τα υγιή όσο και τα καρκινικά κύτταρα.

Η ερλοτινίμπη βελτιώνει την ποιότητα ζωής του ασθενή, στοχεύοντας τα καρκινικά κύτταρα, μειώνοντας τα συμπτώματα της νόσου και παρατείνοντας το χρόνο επιβίωσης χωρίς επιδείνωση της νόσου.

Επιπλέον Πληροφορίες