Γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας που υποφέρουν από χρόνια δυσκοιλιότητα μπορεί ενδεχομένως να αντιμετωπίζουν υψηλότερο κίνδυνο καρδιοπάθειας σε σχέση με γυναίκες που είναι πιο ‘φυσιολογικές’, υποδεικνύει μεγάλη αμερικανική μελέτη.

Οι ερευνητές δηλώνουν ότι τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι η δυσκοιλιότητα από μόνη της εξηγεί τον επιπλέον κίνδυνο.

Αντ’ αυτού, γυναίκες με χρόνια δυσκοιλιότητα μπορεί ενδεχομένως να τείνουν να έχουν περισσότερους παράγοντες κινδύνου για καρδιοπάθεια, όπως διατροφή χαμηλή σε ίνες, λίγη άσκηση και υπέρταση ή υψηλή χοληστερόλη.

Όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη αυτούς και άλλους παράγοντες, η σχέση μεταξύ δυσκοιλιότητας και καρδιοπάθειας, σε μεγάλο βαθμό εξαφανίστηκε.

Η επικεφαλής της έρευνα, Dr. Elena Salmoirago-Blotcher, δήλωσε ότι δεν μπορεί να προβεί σε σαφείς συστάσεις με βάση την έρευνα.

Ο Καρδιολόγος Salmoirago-Blotcher,της Ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης στο Worcester, δήλωσε ότι η έρευνα υποδεικνύει μόνο ότι η δυσκοιλιότητα μπορεί να είναι βοηθητικός τρόπος για τον εντοπισμό γυναικών που μπορεί ενδεχομένως να έχουν αρκετούς παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο και επομένως να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για καρδιακό επεισόδιο.

Ωστόσο, δήλωσε ότι όλες οι γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση θα πρέπει να αξιολογηθούν για παράγοντες κινδύνου καρδιοπάθειας και εγκεφαλικού επεισοδίου, όπως υπέρταση και υψηλή χοληστερόλη.

Τα ευρήματα, που δημοσιεύονται στο περιοδικό ‘American Journal of Medicine’, βασίζονται σε 73.000 Αμερικανίδες, μετά την εμμηνόπαυση, που παρακολουθήθηκαν για 6 έως 10 χρόνια.

Στην έναρξη της έρευνας, οι γυναίκες ανέφεραν τον τρόπο ζωής και συνηθειών τους, συμπεριλαμβανομένου του αν τον προηγούμενο μήνα υπέφεραν από προβλήματα δυσκοιλιότητας.

Συνολικά, 35% είχαν δυσκοιλιότητα. Τα επόμενα χρόνια είχαν περισσότερες πιθανότητες σε σχέση με άλλες γυναίκες να εμφανίσουν στένωση αρτηριών, να υποστούν εγκεφαλικό επεισόδιο ή καρδιακή προσβολή ή να πεθάνουν από καρδιακή νόσο.

Μεταξύ γυναικών με σοβαρή δυσκοιλιότητα, που διατάρασσε την καθημερινότητά τους, κάτω από το 2% υπέφερε από καρδιαγγειακό επεισόδιο κάθε χρόνο της παρακολούθησης.

Αυτό συγκρίνεται με κάτω του 1% των γυναικών που είχαν τακτικές κινήσεις εντέρου στην αρχή της έρευνας. Γυναίκες με ελαφρά έως μέτρια προβλήματα δυσκοιλιότητας ήταν στο μεταίχμιο.

Ωστόσο η σχέση εξαφανίστηκε σε μεγάλο βαθμό όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη άλλους παράγοντες όπως η ηλικία, το βάρος, η διατροφή, η άσκηση και οι παραδοσιακοί παράγοντες κινδύνου για καρδιοπάθεια, όπως η υπέρταση, ο διαβήτης και η υψηλή χοληστερόλη.

Τελικά, μόνο η σοβαρή δυσκοιλιότητα παρέμεινε συνδεδεμένη με καρδιολογικά προβλήματα.

Ωστόσο είναι δύσκολο να εξαχθούν συμπεράσματα από αυτό, σύμφωνα με την Salmoirago-Blotcher.

Καταρχήν δεν είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη όλοι οι παράγοντες που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τη σχέση μεταξύ δυσκοιλιότητας και καρδιαγγειακής νόσου. Επίσης, μικρός αριθμός γυναικών στην έρευνα-ποσοσοτό 1,6%-ανέφερε σοβαρή δυσκοιλιότητα.

Η Salmoirago-Blotcher δήλωσε ότι χρειάζονται περισσότερες έρευνες για να διαπιστωθεί η σχέση και για το αν ισχύει το ίδιο για άντρες και νεαρότερους ενήλικες.

Επί του παρόντος υποδεικνύει οι γυναίκες να έχουν υπόψη ότι η δυσκοιλιότητα ενδεχομένως μπορεί να δρα σαν δείκτης καρδιακού κινδύνου. Επίσης ενδεχομένως μπορεί να θελήσουν να αλλάξουν τρόπο ζωής για να ελέγξουν το πρόβλημα παρά να βασίζονται στα καθαρτικά.

Οι γνώμες των ανθρώπων ποικίλλουν σχετικά με το τι είναι φυσιολογικό όσον αφορά τη δυσκοιλιότητα, αλλά ο ορισμός μιλά για λιγότερες από 3 κινήσεις του εντέρου ανά εβδομάδα.

Ωστόσο οι ειδικοί δηλώνουν ότι οι αλλαγές του τρόπου ζωής, όπως επιλογή φρούτων πλούσιων σε φυτικές ίνες, λαχανικά και δημητριακά, η τακτική άσκηση και η ενυδάτωση θα μπορούσε να βοηθήσει τους περισσότερους ανθρώπους με δυσκοιλιότητα.

Πηγές: ‘American Journal of Medicine’.