Η έφηβη γίνεται γυναίκα. Το πέρασμα από την ’πρώτη φορά’ στη σεξουαλική ολοκλήρωση και στην πλήρη συνειδητοποίηση του σεξουαλικού της ρόλου είναι μία εξαιρετικά σημαντική περίοδος της νεανικής της ζωής, αφού τότε επιχειρεί την αποδέσμευση από την επιρροή των γονέων της και τη διαμόρφωση της δικής της προσωπικότητας.

Η έφηβη που γίνεται γυναίκα, το πέρασμα από την πρώτη της φορά στη σεξουαλική ολοκλήρωση και στην πλήρη συνειδητοποίηση του σεξουαλικού της ρόλου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η περίοδος 17-25 χρόνων, στη γυναίκα, λειτουργεί καθοριστικά φέρνοντάς τη στην ωριμότητα και πληρότητα του τρόπου ζωής της.

Η κοινωνική της αναζήτηση στην ελληνική πραγματικότητα έχει δεχτεί μεγάλες αλλαγές και τροποποιήσεις τα τελευταία 10 χρόνια, δίνοντας το δικαίωμα στη σύγχρονη ζωή της να έχει το δικό της ’παρών’ και τη δική της θέση στην ελληνική κοινωνία.

Η ηλικία αυτή σαφώς χαρακτηρίζεται από την έξοδο από το σπίτι, αφού η νεαρή κοπέλα με τη λήξη της σχολικής ζωής περνάει στον κοινωνικό ιστό, δουλεύει, έχει χρήματα στην τσέπη της, κοινωνικοποιείται και γνωρίζει ανθρώπους και σχέσεις. Πόσο όμως μπορεί πραγματικά να τα βγάλει πέρα μ’ όλα αυτά; Πόσο μια χθεσινή έφηβη, σήμερα μεγάλωσε και αντεπεξέρχεται στις απαιτήσεις; Οι γονείς πόσο τη βοηθούν σ’ αυτό;

Πιστεύω ότι οι γνώμες διίστανται σημαντικά, και εκτείνονται από τον έντονο συντηρητισμό μέχρι τον έντονο απελευθερωτισμό. Υπάρχουν σίγουρα γονείς που θέλουν να προστατεύουν και να καθοδηγούν το αδύναμο και ευάλωτο, κατά τη γνώμη τους, κορίτσι. Την κρατάνε καθηλωμένη στο οικογενειακό πλαίσιο, περιμένοντας, κατά τη δική τους εικόνα, να παντρευτεί και να γίνει μια ’καθώς πρέπει κυρία’.

Ασφαλώς υπάρχουν και γονείς που δίνουν το δικαίωμα, αλλά και υποστήριξη κατά την πρώτη μεταβατική περίοδο, στη νεαρή γυναίκα να μπορέσει να βρει εκείνη μόνη της αυτό που ζητάει και θέλει.

Η ηλικία των 20 χρόνων θεωρείται ’σταθμός’ της ομορφιάς και της νιότης· όσο όμως κι αν υμνείται στην ποίηση και στα τραγούδια, δεν παύει να είναι μια περίοδος δύσκολη και μια ’βουτιά στα βαθιά’ για τη συνέχεια, που θα χρειαστεί ’καλό κολύμπι’.

Η γυναίκα από τα 20 χρόνια της είναι όμορφη, αισθησιακή, ερωτική, αρέσει και μετράει, εύκολα όμως κιόλας ’μεθάει’ από την υπερπροσφορά και τη ζήτηση. Οι πόρτες ανοίγουν εύκολα, κυρίως για την ομορφιά της και όχι για τις γνώσεις της, με αποτέλεσμα αυτή η δύναμη που νιώθει να την οδηγεί σε ενδεχόμενα λάθη, που ίσως τη σημαδέψουν στη συνέχεια.

Σίγουρα αρέσει και πρέπει να προσέχει τον εαυτό της, ενώ παράλληλα πρέπει να δυναμώνει το μυαλό της και τις γνώσεις της για να κερδίσει, στα 24-25 χρόνια, κυρίως με την προσωπικότητα, τη γοητεία που σαν γυναίκα θα εκπέμπει...

Δεν πρέπει να βιάζεται να κατακτήσει τον κόσμο μέσα σε λίγο διάστημα, οφείλει να αποκτήσει γνώσεις και μάθηση δείχνοντας τις ικανότητές της στο επαγγελματικό πεδίο, για να μη νιώθει ότι ενδεχομένως τη θέση την πήρε μόνο γιατί ήταν όμορφη...

Αλλωστε, σήμερα που η γυναίκα συμβιώνει επαγγελματικά με τον άνδρα, είναι ανάγκη να μη δέχεται τις σεξουαλικές του παρενοχλήσεις και να μην υποκύπτει στις σεξουαλικές του ορέξεις, φοβούμενη ότι θα χάσει τη δουλειά της. Και ο άνδρας, με τη σειρά του, να μη θεωρεί τη γυναίκα ευάλωτη και εύκολη στον εργασιακό της χώρο, επιβάλλοντας τον εκβιασμό της καταδίωξης και απόλυσης εάν δεν ’κάτσει μαζί του’.

Είναι γεγονός ότι αυτήν την περίοδο φτιάχνει σχέσεις και δεσμούς. Δεσμούς μικρούς και μεγάλους, λίγους ή πολλούς. Κάνει έρωτα, ενώ βέβαια έχει ολοκληρωθεί ως σωματική εικόνα, που όμως φαίνεται ότι δεν έχει γίνει ακόμη αναγνωρίσιμη από την ίδια. Η μία στις τρεις Ελληνίδες, στα πρώτα 10 χρόνια της σεξουαλικής της ζωής (20-30), έχει προβληματική εικόνα για το σώμα της, πιστεύει ότι δεν αρέσει γυμνό το σώμα της, ενώ ντρέπεται και δεν ανοίγεται στις ερωτικές της αισθήσεις.

Αυτό δείχνει ότι εύκολα η Ελληνίδα οδηγείται σε κάποιο σεξουαλικό πρόβλημα μέσα από την άγνοια και το φόβο της σεξουαλικότητάς της, ενώ δείχνει άνετη και προκλητική στο ερωτικό παιχνίδι με τον άνδρα κατά το φλερτ. Δέχεται να ερωτοτροπεί και προκαλεί τον άνδρα με τη θηλυκότητά της, στο ερωτικό κρεβάτι γυμνή, και οδηγείται πολύ εύκολα στην προσποίηση και ψέμα.

Σ’ αυτό, βέβαια, χρεώνεται και ο άνδρας, που είναι βιαστικός και γρήγορος, βλέποντας το στόχο της ερωτικής πράξης χωρίς να καταλαβαίνει και να γνωρίζει ότι η σύντροφός του θέλει κατ’ αρχάς χαλάρωση και εξοικείωση με το ερωτικό παιχνίδι, στο οποίο μπαίνει σιγά-σιγά με το σώμα και τις αισθήσεις της.

Η νεαρή γυναίκα μπορεί να έχει τέτοιους συντρόφους, που ενδεχομένως θα την αγχώσουν και θα της δείξουν ότι ’κάτι δεν πάει καλά’ με τη σεξουαλικότητά της. Εκείνη όμως θα πρέπει να ξέρει ότι μετά την πρώτη της φορά -οπότε δεν ένιωσε οργασμό, γιατί ήταν γεμάτη αμηχανία και φόβο και ενοχές που την έκαναν να νιώθει άσχημα- ανοίγει η ερωτική της ζωή και ο δρόμος που με τα δικά της μάτια και τις δικές της σκέψεις θα ακολουθήσει.

Η γυναίκα ωριμάζει σιγά σιγά σεξουαλικά και η εγκεφαλική της συμμετοχή θα είναι η αφετηρία του οργασμού, που θα έλθει με την πάροδο του χρόνου, μέσα από την ερωτική επαφή με το σύντροφό της. Πρέπει να γνωρίζει ότι όσο μεγαλώνει τόσο θα νιώθει πιο γεμάτη και ολοκληρωμένη σεξουαλικά, και θα ανοίγει την ερωτική της έκφραση στο σύντροφό της.

Μέσα στην πρώτη δεκαετία της ερωτικής της ζωής θα νιώσει έντονες συναισθηματικές αλλαγές, θα ερωτευθεί και θα απογοητευθεί, ίσως, απ’ αυτόν που πίστεψε σαν το μοναδικό της σύντροφο.

Μέχρι τα 25 χρόνια ίσως να έχει γνωρίσει πολλούς ερωτικούς συντρόφους και αγκαλιές, αλλά είναι σίγουρο ότι θα ψάχνει για έναν και μοναδικό, που θα την ολοκληρώσει τόσο σεξουαλικά όσο και ψυχικά.

Αυτή άλλωστε είναι η σημαντική διαφορά από τον άνδρα, γιατί η γυναίκα διερευνά τη σεξουαλικότητά της αναζητώντας, στην πρώτη αυτή περίοδο της ενήλικης ζωής της, όχι μόνο την επαγγελματική της καταξίωση αλλά και το ταίρι της.