Πολλά εκατομμύρια άνδρες σε ολόκληρο τον κόσμο πάσχουν από δυσκολία στύσεως, που έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση άγχους και δυσκολίες στις διαπροσωπικές τους σχέσεις.

Στυτικός μηχανισμός ονομάζεται το σύνολο των ψυχολογικών και βιολογικών λειτουργιών, οι οποίες οδηγούν το πέος σε στύση. Στυτική αδυναμία παρουσιάζει ένας άνδρας όταν δεν έχει τη δυνατότητα να ολοκληρώσει την ερωτική επαφή.

Η έλλειψη της επιθυμίας και του οργασμού, καθώς και η αδυναμία εκσπερμάτισης είναι συμπτώματα τα οποία μπορούν να συνοδεύουν την ανδρική στυτική δυσλειτουργία, δεν θεωρούνται όμως η βασική έκφραση αυτής.

Ο ελλιπής στυτικός μηχανισμός θεωρείται αποτέλεσμα δύο παραγόντων: πρώτος παράγοντας είναι η ψυχική ισορροπία και δεύτερος η φυσιολογική γήρανση του οργανισμού. Χωρίς να σημαίνει ότι οι δύο αυτοί παράγοντες δεν λαμβάνουν μέρος στα προβλήματα της στύσης, αυτή η θεωρία δεν είναι πάντοτε σωστή.

Αιτίες, όπως ειδικές παθήσεις (σακχαρώδης διαβήτης, πλαστική σκλήρυνση του πέους), φαρμακευτικές θεραπείες (αντιυπερτασικά, αντικαταθλιπτικά), αγγειακά και καρδιολογικά προβλήματα, μεγάλα χειρουργεία, όπως επεμβάσεις για τον καρκίνο του παχέος εντέρου ή για τον καρκίνο του προστάτη και τον καρκίνο της ουροδόχου κύστεως, μπορούν να αποτελέσουν τη βάση του προβλήματος και μία σωστή ιατρική παρέμβαση είναι δυνατό να δώσει λύση εκεί όπου μέχρι πριν από 25 χρόνια δίνονταν μόνο λόγια παρηγοριάς.

Συνολική αντιμετώπιση

Σήμερα στη διαγνωστική, αλλά και στη θεραπευτική προσέγγιση της στυτικής δυσλειτουργίας δίνεται μέγιστη σημασία τόσο στον οργανικό όσο και στον ψυχολογικό παράγοντα, ώστε ο ασθενής να αντιμετωπίζεται συνολικά και όχι αποσπασματικά.

Η δυνατότητα δημιουργίας στύσεων κατά βούληση, με τη χρήση φαρμάκων, σε ασθενείς πάσχοντες από στυτικά προβλήματα έδωσε την ώθηση στους ερευνητές να μελετήσουν με μεγαλύτερο ενδιαφέρον το πρόβλημα της στύσης, που για τεχνικούς λόγους μέχρι τότε αντιμετωπιζόταν αποσπασματικά.

Ταυτόχρονα, η τεχνολογία προχώρησε δίνοντας αντικειμενικές εξετάσεις ελέγχου των στυτικών διαταραχών, ώστε η διάγνωση σήμερα να στηρίζεται σε αντικειμενικά και όχι σε υποκειμενικά κριτήρια. Τα ποσοστά της οργανικής, σε σχέση με την ψυχογενούς τύπου στυτική διαταραχή, αυξήθηκαν κατακόρυφα και όσο η εμπειρία γινόταν μεγαλύτερη, τόσο μεγάλωνε και η διαφορά των ποσοστών υπέρ της οργανικής βλάβης.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι το ποσοστό των αμιγώς ψυχογενών στυτικών διαταραχών είναι λιγότερο από το 10%, ενώ αυξάνει διαρκώς το ποσοστό των ασθενών οι οποίοι παρουσιάζουν οργανική βλάβη.

Παθήσεις μικτού τύπου που εμπεριέχουν το οργανικό και το ψυχογενές στοιχείο σήμερα γίνονται αντιληπτές με τον διαγνωστικό έλεγχο και ο πάσχων δεν αναλίσκεται σε θεραπείες αμιγώς ψυχολογικής προσέγγισης, οι οποίες από μόνες τους δεν δίνουν λύση στο πρόβλημα.

Το μέγεθος του προβλήματος

Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες, οι οποίες να καθορίζουν το πρόβλημα της στυτικής δυσλειτουργίας στον ελληνικό πληθυσμό. Μελέτες στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και στη Μεγάλη Βρετανία παρουσιάζουν περίπου τα ίδια αποτελέσματα.

Το 5% των ανδρών με ηλικία μικρότερη από τα 40, το 10% των ανδρών 40 - 60 ετών, το 20% των ανδρών 60 - 70 ετών και το 50% των ανδρών με ηλικία μεγαλύτερη από τα 70 πάσχουν από στυτική δυσλειτουργία.

Κύρια οργανική αιτία της στυτικής βλάβης στους άνδρες κάτω των 40 ετών θεωρείται το σύνδρομο φλεβικής διαφυγής, ενώ στους άνδρες άνω των 40 ετών ως οργανική αιτία της στυτικής διαταραχής ενοχοποιείται κυρίως η ύπαρξη νευροαγγειακών βλαβών (αρτηριοπάθειες, σακχαρώδης διαβήτης) και ειδικών παθήσεων (πλαστική σκλήρυνση του πέους).

Η ύπαρξη ψυχογενούς διαταραχής είναι περίπου η ίδια σε όλες τις ηλικίες, με κύριο αίτιο το ’άγχος επιτυχίας’ στις νεαρές ηλικίες και το ’άγχος αποτυχίας’ στις προχωρημένες.

Η αντιμετώπιση

Είναι περισσότερο από σωστό ότι η ανακάλυψη και η χρήση των αναστολέων της φωσφωδιεστεράσης τύπου 5 (σιλδεναφίλη, ταδαλαφίλη, βαρδεναφίλη) έφερε επανάσταση στη θεραπευτική αγωγή της στυτικής διαταραχής, η απλούστευση όμως της αντιμετώπισης του στυτικού προβλήματος, με μόνη ανάγκη τη θεραπευτική αγωγή, όσο γρήγορα απέκτησε οπαδούς στις τάξεις των ασθενών οι οποίοι ζητούσαν λύση στον ταχύτερο δυνατό χρόνο με το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, τόσο γρήγορα τους έχασε, διότι ναι μεν ο χρόνος αντιμετώπισης ήταν μικρός, τα αποτελέσματα όμως δεν ήταν πάντοτε ουσιαστικά.

Είναι αξίωμα στη σκέψη του ανθρώπου ότι ένα πρόβλημα αντιμετωπίζεται πιο σωστά αν μελετήσουμε πρώτα τα χαρακτηριστικά του. Το ίδιο ισχύει και για την ιατρική, η οποία έχει να κάνει με τον άνθρωπο, την ψυχολογία του και τη ζωή του.

Σήμερα, η διάγνωση της στυτικής διαταραχής βασίζεται στο ιστορικό, στη μελέτη του ψυχολογικού προφίλ, στην κλινική εκτίμηση, στον εργαστηριακό έλεγχο, στον ορμονικό έλεγχο, στον έλεγχο των νυκτερινών στύσεων ώστε να διαφοροποιηθεί το οργανικό από το ψυχογενές πρόβλημα, στη δυναμική σκληρομετρία που ελέγχει τις δυνατότητες του στυτικού σώματος, στο Doppler των πεϊκών αρτηριών με τη δημιουργία προκλητών στύσεων ώστε να μελετηθεί η πεϊκή παροχή αίματος που καθορίζει την ποιότητα του στυτικού επεισοδίου, στη σηραγγομετρία και σηραγγογραφία που μελετούν την κυκλοφορία του αίματος στο στυτικό σώμα κατά τη διάρκεια του στυτικού επεισοδίου και,τέλος, στη βιοψία των σηραγγωδών σωμάτων για την ανάλυση της δομής του στυτικού ιστού.

Τελειώνοντας, πρέπει να τονιστεί ότι σήμερα η θεραπευτική προσέγγιση στη στυτική διαταραχή δεν τελειώνει με τη χρήση των αναστολέων της φωσφωδιεστεράσης τύπου 5. Οι αγγειοδιασταλτικές ουσίες και οι χειρουργικές επεμβάσεις με την τοποθέτηση των ενδοπεϊκών προθέσεων είναι άλλες δύο θεραπευτικές προσεγγίσεις που κάνουν το πρόβλημα της στυτικής διαταραχής να θεωρείται ότι θεραπεύεται 100%.

Πηγές: Μάνος Κωνσταντινίδης, Χειρούργος Ουρολόγος-Ανδρολόγος, Διευθυντής του Ινστιτούτου Ανδρολογικών Διαταραχών.