του Λουκά Τσουκνιδά

Είχα κι εγώ αυτοκίνητο. Κάποτε. Για 12 χρόνια. Το είχα αγοράσει 3,5 εκ δραχμές, μου κόστισε άλλα τόσα, με κουβάλησε για σχεδόν 200.000 χλμ απ' την Ιεράπετρα ως το Τριεθνές και το πούλησα για 1000 ευρώ. Χωρίς δεύτερη σκέψη.

Χωρίς συναισθηματισμούς. Άλλωστε, δεν το κουνούσα πια καθόλου. Ούτε καν για να φορτίζεται η μπαταρία την οποία χρειάστηκε να αλλάξω δυο φορές, πριν απ' τα τελευταία μεγάλα ταξίδια που έκανα. Είχα αμελήσει να περάσω ΚΤΕΟ, ενώ, την τελευταία φορά που το έπλυνα, ένας γείτονας μου αποκάλυψε ότι ήταν έτοιμος να ειδοποιήσει την υπηρεσία του Δήμου για τα εγκατελειμένα.

Η πραγματικότητα είχε αλλάξει. Δεν χρειαζόμουν πλέον το αυτοκίνητό μου. Γιατί;

Η συγκυρία

Από ιδιοσυγκρασιακής άποψης, η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν είχα καμία έμφυτη αγάπη για την οδήγηση και τ' αυτοκίνητα. Περνούσαν από δίπλα μου ακριβά, γυαλιστερά, ολοκαίνουργια μοντέλα κι ούτε που τα πρόσεχα. Έμαθα βέβαια να οδηγώ, έβγαλα και δίπλωμα, πήρα και το αυτοκίνητο του πατέρα μου για κάνα δυο γύρες στο χωριό, αλλά τι σχέση έχουν όλα αυτά με την πραγματική εμπειρία; Καμία.


Το κατάλαβα όταν βρέθηκα με ένα αυτοκίνητο στα χέρια μου (μετά από προτροπή των γονιών μου εκείνα τα εύρωστα χρόνια του '90) και, όντας φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, έπρεπε να το στρώσω στο ταξίδι της επιστροφής και να ριχτώ κατευθείαν στα βαθιά, να οδηγήσω μέσα στο κυκλοφοριακό χάος μιας πολύβουης πόλης.

Εισέπραξα άπειρα κορναρίσματα, ίδρωσα, έχασα επανειλημμένα τη λωρίδα μου, κόλλησα τη μούρη μου στο τιμόνι, άφησα θέσεις παρκαρίσματος χωρίς προφανή λόγο, η χριστοπαναγία έγινε βασικό στοιχείο της καθομιλουμένης μου, αλλά έμαθα.

Έμαθα τι εστί οδήγηση και κάποια στιγμή άρχισα να την απολαμβάνω κιόλας.

Η ακμή

Αφού ανέπτυξα τις βασικές δεξιότητες που χρειάζεται ένας οδηγός, πέρασα στο δεύτερο στάδιο, αυτό της ανακάλυψης. Άρχισα να δοκιμάζω τα όριά μου, να βάζω στόχους που πρέπει να πετύχω με την ταχύτητα, την τεχνική και την ωμή περιφρόνηση γραπτών ή άγραφων κανόνων οδικής συμπεριφοράς.

Δεν έφταιγα εγώ. Πώς αλλιώς θα προσπερνούσα όλους όσους έβρισκα στα φανάρια της Αγίου Δημητρίου χωρίς να σταματήσω, ώστε να μπω πρώτος με τα όσα στη Γούναρη, όπου θα έκανα το γνωστό σλάλομ ανάμεσα σε διπλοπαρκαρισμένους, πριν κάνω αριστερά στην Αρμενοπούλου και πάλι δεξιά καβάλα στον πεζόδρομο της Ροτόντας για το γνωστό, απαγορευμένο (και αδύνατο πλέον) παρκάρισμα σε κράσπεδα και γρασίδια.

Παρκάρισμα είπα;

Η διαδικασία του να βρεις θέση, την πιο στενή, φαινομενικά ακατάλληλη κατά προτίμηση, και να καρφώσεις το όχημα μέσα σα να έχει μπει συρταρωτά πήρε στο μυαλό μου διαστάσεις σαολίν κουνγκ-φου κι οι δρόμοι της πόλης ήταν τα 36 Δωμάτια.

Γινόμουν σιγά-σιγά μέλος μιας ιδιαίτερης κάστας οδηγών που έχουν ανάγει τη στάθμευση σε τέχνη, όπου διάφορες μεταβλητές τοποθέτησης και ταχύτητας υπολογίζονται σε κλάσματα δευτερολέπτου και οι κινήσεις που πυροδοτούν είναι χορευτικές, σε πλήρη αρμονία με το αυτοκίνητο-ξενιστή.

Ήμουν στη ζώνη που λένε κι οι αμερικάνοι, έβρισκα πάρκινγκ οπουδήποτε, με οποιονδήποτε τρόπο και ήμουν πάντα στην ώρα μου για τον τρίωρο καφέ στα φοιτητικά περάσματα, για το ματς στο σπίτι του κολλητού ή το εργαστήριο που δε μου δίνει άλλες απουσίες.

Τα είχα όλα.

Η παρακμή

Όχι ακριβώς. Γιατί ο κόσμος μου (οι χώροι της πόλης στους οποίους τριγύριζα) ήταν πολύ μικρός και βρέθηκα να επαναλαμβάνω μηχανικά πορείες, κινήσεις και ποζεριές. Παράλληλα, τα πρώτα χρόνια μου ως οδηγός, ο φοιτητής με αμάξι ήταν σπάνιο είδος κι έτσι έκανα τον ταξιτζή ουκ ολίγες φορές, άλλες με προθυμία κι άλλες όχι.

Λίγο αργότερα, η Θεσσαλονίκη πέρασε σε μια περίοδο έργων που έκλειναν βασικούς δρόμους για πολύ καιρό, οι φοιτητές με αμάξια πλήθαιναν απότομα, οι πεζόδρομοι του κέντρου γέμιζαν τραπεζοκαθίσματα και εκατοντάδες νέους πελάτες απ' την περιφέρεια και οι ώρες αιχμής έγιναν απελπιστικές για τους οδηγούς.

Για μένα που δεν είχα κανένα σημαντικό προορισμό η αναμονή άνευ κινήτρου έγινε μαρτύριο κι όλα τα παραπάνω έγιναν συνήθεια. Στο βωμό της χρηστικότητας η τέχνη μου υποβιβάστηκε σε ακόμη ένα εργαλείο, το οποίο όμως δε σήκωνε βελτίωση παρά μόνο αν μπορούσα να σηκωθώ στις δύο ρόδες σαν τον ΚΙΤΤ ή να παρκάρω με πλάγια πορεία σα διαβολάκι.

Κι ύστερα ήρθε η Αθήνα.

Η αλλαγή περιβάλλοντος

Στην Αθήνα κατέβηκα για να φύγω απ' τη Θεσσαλονίκη. Κατέβηκα για να μείνω μόνιμα με το αμάξι μου, που χρησίμευσε και ως όχημα μετακόμισης, φορτωμένο με ακρίβεια υλικοπόλεμου Λοχία που γεμίζει Στάγερ σα να παίζει Τέτρις στο ΚΨΜ.

Κι ανακάλυψα μια τελείως διαφορετική πόλη, με τελείως διαφορετικά κυκλοφοριακά προβλήματα και τελείως διαφορετικές λύσεις. Έπαιξα για λίγο μ' αυτό, το διασκέδασα κάπου-κάπου, αλλά είχα κουραστεί και δεν ήθελα πια να οδηγώ.

Επιπλέον, η Αθήνα είχε Μετρό και Τραμ κι απ' τη στιγμή που έμεινα δίπλα και στα δυο, έπαψα να ξεπαρκάρω το αυτοκίνητό μου για να πάω οπουδήποτε, πόσο μάλλον όταν τις ώρες αιχμής έκανα μία ώρα να μετακινηθώ εντός των ορίων του ίδιου Δήμου.

Άλλωστε, η δουλειά μου όπως διαμορφώθηκε δεν απαιτούσε να βγαίνω από το βεληνεκές των (μάλλον υποτιμημένων) αστικών συγκοινωνιών πολύ συχνά. Και το κέντρο της πόλης δεν ήταν πια μια ευθεία γραμμή.

Στη Θεσσαλονίκη περπατάς απ' το Λευκό Πύργο ως το Βαρδάρη και πίσω κι αυτό είναι το κέντρο. Μπορείς να κάνεις πολλές παρακάμψεις αλλά τα όριά του είναι ορατά και απροσπέλαστα: η θάλασσα και, εκτός λίγων εξαιρέσεων, η Εγνατίας.

Το τοπίο είναι το ίδιο ότι ζιγκ-ζαγκ και να κάνεις κι αν δε μπορείς να φύγεις εύκολα, θα νιώσεις μοιραία περιορισμένος. Το κέντρο της Αθήνας, αν ζεις και κινείσαι μέσα σε αυτό, όπως ήθελα να κάνω εγώ εξαρχής, δε σου δίνει καμία τέτοια αίσθηση ούτε διακρίνεις ποτέ τα όριά του.

Αν μάθεις κιόλας να χρησιμοποιείς τις συγκοινωνίες με το βέλτιστο συνδυαστικό τρόπο (κάτι που δεν έχω καταφέρει) μπορείς να φτάνεις σχετικά γρήγορα όπου θες. Δεν είναι η καλύτερη λύση (αυτή είναι μάλλον το δίτροχο), κι ίσως απλώς ανταλλάσσεις τη μία αγανάκτηση για μία άλλη, όμως στη δική μου περίπτωση είναι ότι πιο βολικό.

Φυσικά, στην πρώτη ευκαιρία μετακόμισα στο κέντρο του κέντρου βελτιώνοντας ακόμη πιο πολύ την κατάστασή μου.

Πίσω στα 36 δωμάτια

Και τα ταξίδια; Εύκολο. Είχα γυρίσει την Ελλάδα με το παλιό μου αμάξι, αλλά σ' αυτή τη φάση της ζωής μου δεν ταξιδεύω. Κι αν το κάνω, θα είναι με τρένο, αεροπλάνο ή, όταν χρειαστεί για ένα-δύο ταξίδια το χρόνο, με νοικιασμένο αυτοκίνητο, αφού η τέχνη της οδήγησης, σαν το ποδήλατο, δεν ξεχνιέται ποτέ.

Ποδήλατο; Κατά σύμπτωση μόλις πήρα το πρώτο μου, ως Αθηναίος πολίτης, κι ευελπιστώ να μάθω να κυκλοφορώ μ' αυτό, να μπω σε νέα φάση σαολίν κουνγκ-φου, να καβαλάω πεζοδρόμια ή σκαλιά και να κάνω σφήνες σε απίθανα σημεία αψηφώντας γραπτούς και άγραφους κανόνες...

Η ζωή μου χωρίς αυτοκίνητο μπαίνει στη δεύτερη φάση της. Ανυπομονώ να δω τι θ' αντιμετωπίσω.
Και πόσο θ' αντέξω μέχρι ν' αγοράσω το επόμενο.