της Έλενας Μπούλια

Απομακρυσμένα από την ένταση της πόλης, ακολουθώντας ακούσια τους δικούς τους ρυθμούς και επιτρέποντας στην φύση -και όχι στον άνθρωπο- να θέσει τους δικούς της κανόνες στην καθημερινότητα της ζωής, τα Άγραφα είναι από αυτά τα χωριά που λειτουργούν σαν μηχανή του χρόνου για τον επισκέπτη από την πόλη.

Περνάς από τα Άγραφα με το αυτοκίνητο και βλέπεις ένα μικρό, παραδοσιακό χωριό, με τις χαμηλές κεραμιδοσκεπές του, δύο-τρία ψηλά καμπαναριά, κάποιες μικρές αλλά περιποιημένες πλατείες και σκέφτεσαι: Να άλλο ένα γνήσιο ελληνικό χωριό.

Μετά εμφανίζονται μπροστά σου στοιχεία που αποκαλύπτουν σιγά-σιγά την ιστορία του χωριού, την συμβολή του -μικρή ή μεγάλη- στην παράδοση και τον πολιτισμό, όπως ένας ανδριάντας, ένα πανέμορφο αρχοντικό ή μία πολύ παλιά εκκλησία.

Και ξαφνικά το ήσυχο, συνηθισμένο αυτό χωριό αποκτά άλλη διάσταση.

Ο δήμος Αγράφων είναι ένας από τους έντεκα της Ευρυτανίας και μάλιστα ο μεγαλύτερος σε έκταση και ο δεύτερος μεγαλύτερος σε πληθυσμό με περί τους τέσσερις χιλιάδες κατοίκους.

Έδρα του είναι το ομώνυμο χωριό, ενώ τον συμπληρώνουν έξι ακόμα, εξίσου γραφικά, δημοτικά διαμερίσματα. Η απόσταση του Δήμου από την Αθήνα μέσω Καρπενησίου είναι περί τα 350χλμ., ενώ η διαδρομή -καθαρά ορεινή- κάνει τον προορισμό σχετικά «δύσκολο» για απόδραση Σαββατοκύριακου.

Έτσι, ο επισκέπτης είτε θα βρεθεί εκεί για ημερήσια εκδρομή από το Καρπενήσι ή θα αποφασίσει να αφιερώσει περισσότερες ημέρες, προκειμένου να έχει αρκετό χρόνο για να ξεκουραστεί αλλά και να γνωρίσει τις πολλές ομορφιές του τόπου.

Η ιστορία των Αγράφων

Χτισμένοι στις πλαγιές της οροσειράς των Αγράφων, οι οικισμοί του Δήμου αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της φυσικής ορεινής ομορφιάς του τοπίου, ενώ αποτελούν ιδανικά ορμητήρια για χειμερινές εξορμήσεις στα κατάφυτα βουνά αλλά και για ατελείωτες βόλτες στα γύρω αξιοθέατα, τα οποία θα εκτιμήσουν περισσότερο οι λάτρεις της ιστορίας.

Άλλωστε, κανείς δε μπορεί να αγνοήσει το ένδοξο παρελθόν των Αγράφων, καθώς ακολουθεί τα βήματα εξέλιξης του τόπου μέχρι σήμερα.

Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, ο τόπος κατοικείται ήδη από το 1.500 π.Χ., ενώ κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας αποτέλεσε σημαντικό φυλάκιο των Ελλήνων, οι οποίοι ανέπτυξαν σιγά-σιγά εκεί σχολεία και ανώτατες σχολές, προσελκύοντας διάσημους λόγιους της εποχής.

Με την βοήθεια αυτών αλλά και της ίδιας της γεωμορφολογίας του μέρους, η κλεφτουριά βρήκε στα Άγραφα την έδρα της και η επανάστασης έναν πολύ σημαντικό αρωγό. Η κλέφτικη δράση του Αντώνη Κατσαντώνη στην περιοχή άφησε εποχή, ενώ ο ίδιος μνημονεύεται ακόμα ως σημαντικός ήρωας από τους κατοίκους των Αγράφων.

Κατά την περίοδο της Κατοχής τα Άγραφα δίνουν ξανά δυναμικό παρόν με τα αντάρτικα σώματα του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ που συγκροτούνται εκεί, φιλοξενώντας μάλιστα την λεγόμενη «Επαναστατική Κυβέρνηση του Βουνού» και διαθέτοντας στη Νεβρόπολη το μοναδικό στην Ευρώπη συμμαχικό αεροδρόμιο.

Με την λήξη των πολέμων, όμως, και με την μετανάστευση γνώρισε και αυτός ο τόπος την ίδια εγκατάλειψη με τους περισσότερους απομακρυσμένους της χώρας, και χρειάστηκαν πολλά χρόνια και συστηματική προσπάθεια από τις κοινότητες για να ανακάμψει.

Με τον καιρό η περιοχή ανέκτησε το οδικό της δίκτυο, αναπτύχθηκε οικονομικά, απέκτησε ξενώνες και εστιατόρια, ανέδειξε τα αξιοθέατά της και κατάφερε σήμερα να αποτελεί αρκετά δημοφιλή τουριστικό προορισμό, τουλάχιστον σε βαθμό που να μην καταστρέφεται η αρμονία.

Η πρώτη ύλη, άλλωστε, που κάνει τον τόπο τόσο αγαπητό, διατηρήθηκε ανέπαφη.

Αξιοθέατα

Οι ορεινοί αγραφιώτικοι οικισμοί, χτισμένοι στην καρδιά της Πίνδου περιβάλλονται από λόφους, χαράδρες και κορφοβούνια, όλα ντυμένα με το βαθύ πράσινο της φύσης. Μιας φύσης άγριας, απότομης, που ξέρεις ότι κρύβει θησαυρούς, τους οποίους όμως θα πρέπει να προσπαθήσεις να ανακαλύψεις –δεν σου χαρίζονται.

Το υποψιάζεσαι όταν εκεί που περπατάς σε κάποιο από τα μονοπάτια, έξω από το χωριό, περνά από πάνω σου ένα περίεργο πουλί -πετροπέρδικα όπως με ενημέρωσαν μετά- και όταν σε κάθε σχεδόν ταβέρνα γεύεσαι αγριογούρουνο στην γάστρα, το οποίο κυνήγησε ο ίδιος ο ιδιοκτήτης της.

Το βλέπεις όταν περπατάς κατά μήκος του Ασπρορέματος και συναντάς έρημους οικισμούς, πέτρινα γεφυράκια, καλύβια τα οποία πραγματικά δε μπορείς να αποφασίσεις αν κατοικούνται. Η φύση -καιρού επιτρέποντος- ανοίγει σε κάθε σου βήμα την αγκαλιά της.

Και είναι αδύνατο να της αντισταθείς.

Τα περισσότερα αξιοθέατα των Αγράφων, καθώς βρίσκονται διάσπαρτα στην ύπαιθρο, απαιτούν διάθεση για πεζοπορία. Ορειβατικά και πεζοπορικά μονοπάτια υπάρχουν κοντά σε κάθε οικισμό και είναι έτσι χαραγμένα ώστε όποιο κι αν επιλέξει κανείς να τον οδηγεί κάπου.

Το πιο γνωστό από αυτά συνδέει το χωριό Άγραφα με τον οικισμό Νιάλα. Ο πεζοπόρος πρέπει να ανηφορίσει δίπλα σε ένα μεγάλο κανάλι για να βγει σε δρόμο δασικό, να περάσει από ένα εικονοστάσι και μια ποτίστρα για τα άλογα και να συνεχίσει στην περιοχή Νιάλα, όπου θα δει ένα μνημείο του εμφύλιου πολέμου, στα 1.800 μέτρα.

Όποιος έχει κουράγιο, μάλιστα, και ακολουθήσει την βόρεια διαδρομή θα φτάσει μετά από ώρα στην Λίμνη Πλαστήρα, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν απέχει πολύ από το χωριό.

Φυσικά, αξιόλογα αξιοθέατα προσφέρουν και τα -προσβάσιμα με αυτοκίνητο- χωριά, γύρω από τα Άγραφα. Η Σάϊκα, για παράδειγμα, -ή αλλιώς Πετράλωνα- με το παλιό της Μοναστήρι του 16ου αιώνα, τα Χονταίϊκα με το φαράγγι τους, η Γαυρολισιάδα και η Παραμερίτα, είναι όλοι μικροί οικισμοί που αξίζει να επισκεφθεί κανείς.

Στις βόλτες του ο περιηγητής μπορεί να διασχίσει το Φαράγγι, την «Τρύπα του Αγραφιώτη» ποταμού, να διαβεί το πέτρινο γεφύρι στο Σμπορόρεμα και, φυσικά, να απολαύσει τοπικά εδέσματα και καλό κρασί στα γύρω ταβερνάκια.

Και μέσα στα Άγραφα, όμως, έχει κανείς πράγματα να δει και να κάνει. Στολίδι του χωριού η μεγάλη πλακόστρωτη πλατεία, μπροστά στο Δημαρχείο, προσφέρεται για χαλάρωση κάτω από τα υπεραιωνόβια πλατάνια της και πλάι στις δροσερές της βρύσες.

Ενώ οι πολλές εκκλησίες των Αγράφων, όπως αυτή του προστάτη Αγ. Δημητρίου και αυτή του Αγ. Γεωργίου που κτίστηκε το 1610, αλλά και η εκκλησία της Παναγίας, επίσης του 1600, σε υψόμετρο 980 μέτρα, αποτελούν σύμβολα παράδοσης για τους κατοίκους.


Τέλος, μην παραλείψετε κατά την περιήγησή σας στην περιοχή να επισκεφθείτε το «Φαράγγι της Πιασμένης Γης» στο Τροβατιανό ρέμα, ένα γεωλογικό φαινόμενο με τις πλαγιές των δύο βουνών να δημιουργούν υπόγεια διάβαση.

Ακόμα, αξίζει να δείτε το βήμα των μεγάλων διδασκάλων στο Ελληνομουσείο Αγράφων, στα Βραγγιανά, από το οποίο μιλούσαν μεγάλοι διδάσκαλοι του Γένους, όπως ο Αναστάσιος ο Γόρδιος. Τα αμέτρητα γεφύρια -ή καμάρες- δίπλα σε κάθε σχεδόν οικισμό, τα εξίσου πολλά φαράγγια, τα περισσότερα από τα οποία διασχίζονται από παραποτάμους, αλλά και τα ερείπια των παλαιοχριστιανικών οικισμών στα Άγραφα και στα Επινιανά.

Σύντομα θα καταλάβετε ότι, στην πραγματικότητα, πραγματοποιείτε μία ζωντανή περιήγηση στην ιστορία…

Διαμονή και φαγητό

Ο περίφημος «Πύργος των Αγράφων», κεντρικά στο χωριό, είναι ο πιο γνωστός ξενώνας της περιοχής. Ξεχωρίζει τόσο για την εξωτερική του εμφάνιση όσο και για τα περιποιημένα του δωμάτια (τιμές: 60 ευρώ για ένα δίκλινο με πρωινό).

Πολύ χαριτωμένος, ωστόσο, είναι και ο παραδοσιακός ξενώνας της Κυρά-Νίκης, επίσης κεντρικά στο χωριό, με χωριάτικα δωμάτια από πέτρα και ξύλο (τιμές: 50 ευρώ για ένα δίκλινο με πρωινό).

Στον ίδιο χώρο στεγάζεται και η ταβέρνα της Κυρά-Νίκης με παραδοσιακή κουζίνα και τοπικές λιχουδιές, όπως πίτες χωριάτικες, γίδα βραστή, κατσίκι γάστρας και αρνί σούβλας. Αν επιθυμείτε πολυτελέστερη διαμονή, μπορείτε να μείνετε στο Καρπενήσι, στο υπέροχο Country Club Ελλάς -περιοχή Μικρό Χωριό- (τιμές: 170 ευρώ την Παρασκευή και το Σάββατο και 130 ευρώ τις υπόλοιπες ημέρες για ένα δίκλινο με πρωινό) ή στην πολυτελή αρχοντική Βίλλα Βιργινία, στην περιοχή Βουτύρο (τιμές: 70 ευρώ με πρωινό).

Για το φαγητό σας πάλι δεν χρειάζεται να πάτε μακριά. Μέσα στα Άγραφα, πέρα από το ταβερνάκι της κυρά-Νίκης, προτείνουμε και το εξίσου συμπαθητικό ταβερνάκι του Πάνου Γάτη (τηλ. 22370-93283). Στα Επινιανά μπορείτε να φάτε στην ταβέρνα του Γαντζούδη, επίσης γνήσια τοπική κουζίνα, ενώ γνωστό για την φιλοξενεία του είναι και το καφενείο του Χρήστου Μπακογιάννη (22370-95221), στο οποίο όμως καλό είναι να τηλεφωνήσει πρώτα κανείς, να ρωτήσει αν υπάρχει κάτι για φαγητό και, αν ναι, τότε να… σπεύσει.