της Ηρώς Κουνάδη

Το καράβι από τη Μήλο κάνει 20 λεπτά να περάσει απέναντι. Μοιάζει βγαλμένο από σκηνή παλιάς ελληνικής ταινίας: ένα λιλιπούτειο σαλονάκι με ξύλινα ορθογώνια τραπέζια, μια στενή σκάλα που ανεβαίνει στο επάνω κατάστρωμα, πολύχρωμα κουβαδάκια γεμάτα άμμο, κολλημένα στο πάτωμα, για τα τσιγάρα.

Ούτε παχιές μοκέτες, ούτε κυλιόμενες σκάλες, ούτε καθρέφτες. Έτσι ακριβώς όπως πρέπει να είναι τα καράβια. Απλά. Χωρίς περιττό glitter, χωρίς υπερβολές. Σε βάζει στο κλίμα –γιατί έτσι ακριβώς είναι και η Κίμωλος.

Ήδη από τη στιγμή που το καράβι δένει στο λιμάνι, το υποψιάζεσαι: δύο ταβερνάκια, δύο café και ο δρόμος που ανηφορίζει προς τη Χώρα –που εδώ τη λένε Χωριό.

Ελάχιστα διάσπαρτα, κατάλευκα σπιτάκια να αντανακλούν το κυκλαδίτικο φως, κάποιοι παλιοί ανεμόμυλοι να δίνουν το γεωγραφικό στίγμα του νησιού, αμέτρητα γαϊδουράκια –τα περισσότερα που έχετε δει ποτέ συγκεντρωμένα σε νησί– να απολαμβάνουν αμέριμνα τη σκιά τους και περίτεχνες ξερολιθιές να προσπαθούν, κι εδώ, να υποτάξουν το ανυπότακτο έδαφος αυτής της άγονης γωνιάς του Αιγαίου.

Κυκλάδες. Χωρίς στολίδια.

Έτσι ακριβώς είναι και οι άνθρωποι της Κιμώλου. Δε θα σε υποδεχτούν σαν τουρίστα, δε θα προσπαθήσουν να σε τραβήξουν σε κανένα μαγαζί, δε θα σε αντιμετωπίσουν διαφορετικά απ’ ότι θα αντιμετώπιζαν έναν ντόπιο.

Θα σου σερβίρουν ό,τι έβγαλε η κουζίνα –που συνήθως δε θα είναι πολλά, θα είναι, όμως, φρεσκότατα, αγνά και προσεγμένα–, θα σου μιλήσουν για το νησί μόνο αν ενδιαφερθείς πραγματικά να ακούσεις, θα σε κεράσουν φρούτο μόνο αν σε συμπαθήσουν –κι όχι επειδή έκανες 'καλό' λογαριασμό.



Η διαδρομή από το λιμάνι, την Ψάθη, μέχρι το Χωριό διαρκεί κάτι λιγότερο από τρία λεπτά. Λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι όλο όλο το νησί δεν ξεπερνά σε έκταση τα 36 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Το αυτοκίνητο μένει έξω –τα καλντερίμια το χωράνε μόλις και μετά βίας, χώρια ότι αισθάνεσαι σχεδόν να τα προσβάλλεις διασχίζοντάς τα με οτιδήποτε μηχανοκίνητο– σε ένα άνοιγμα του δρόμου που θυμίζει πάρκινγκ και η ανάβαση ξεκινά.



Πλακόστρωτα δρομάκια, με σχεδιασμένες καρδιές και πεταλούδες από ασβέστη σε πολλά σημεία τους, φρεσκοασβεστωμένα σπίτια με μπλε παράθυρα, λευκά εκκλησάκια με γαλάζιους τρούλους και μια ησυχία που σε κάνει σχεδόν να ψιθυρίζεις καθώς καλησπερίζεις γιαγιάδες που πλέκουν έξω από τις πόρτες των σπιτιών.

Λίγα ξύλινα και μαρμάρινα τραπεζάκια δυο – τριών café, κάτω από τις ζωγραφιστές ταμπέλες τους, πλαισιώνουν κάποια σημεία του δρόμου χωρίς να παρεμβαίνουν στο τοπίο, χωρίς να 'φωνάζουν' για να τα τιμήσεις. Μικρά μαγαζάκια, με χάντρες στις πόρτες τους και ξύλινες ταμπέλες, πωλούν τα απολύτως απαραίτητα –δε θα βρείτε εδώ τυποποιημένα σουβενίρ 'Ι love Kimolos' και 'ψαγμένες' μάρκες τσιγάρων.



Πάνω από όλα αυτά, στέκονται ακοίμητοι φρουροί τα τείχη του κτισμένου το 13ο αιώνα μεσαιωνικού κάστρου που προστάτευε τους κατοίκους του Χωριού από τις επιδρομές των πειρατών.

Στενά δρομάκια, ερειπωμένα σπίτια, το λαογραφικό μουσείο Κιμώλου και τρεις από τις πύλες του, η Δυτική Πόρτα του Μέσα Κάστρου, η Νότια Κάτω Πόρτα και η Ανατολική Πάνω Πόρτα, συναποτελούν τις δύο συνοικίες του, Μέσα και Έξω Κάστρο.

Κτισμένα έτσι ώστε να ακουμπούν το ένα στο άλλο, τα σπίτια του Μέσα Κάστρου παίζουν, με τους εξωτερικούς τοίχους τους, το ρόλο της οχύρωσης, ενώ τα οικόσημά τους μαρτυρούν την ένδοξη ιστορία τους.

Όταν χορτάσουμε Χωριό, παίρνουμε έναν από τους δύο δρόμους που φεύγουν από εδώ και… πάνε παραλία.

Ο πρώτος περνά από το γραφικό λιμανάκι του Άγιου Μηνά, με τις περίτεχνες ξερολιθιές να οχυρώνουν τη μια του πλευρά και τις ξύλινες βάρκες να χρωματίζουν το γαλάζιο των νερών του, και από τη Γούπα, το λιλιπούτειο οικισμό με τα γνωστά από τη Μήλο σύρματα, τα υπόσκαφα κτίσματα με τις πολύχρωμες πόρτες στα οποία οι ντόπιοι φυλάνε τις βάρκες τους, για να καταλήξει στα Πράσσα.

Μια απέραντη αμμουδιά με κατάλευκη, χοντρή άμμο –χαρακτηριστικά που αποκτά από τον μπεντονίτη, υλικό που βρίθει στην περιοχή, εξ ου και το παρακείμενο λατομείο– και τιρκουάζ νερά. Αν ρωτήσετε τους ντόπιους θα σας πουν ότι πρόκειται για την καλύτερη ίσως παραλία του νησιού –και δε θα έχετε παρά να συμφωνήσετε.



Ο δεύτερος οδηγεί στις παραλίες που συνθέτουν το υπόλοιπο top5 του νησιού: Αλυκή, Καλαμίτσι, Μπονάτσα και, λίγο μακρύτερα, τα Μαυροσπήλια. Απάνεμοι ορμίσκοι, ηφαιστειακά πετρώματα που εκπλήσσουν με τις χρωματικές παραλλαγές και τους σχηματισμούς τους, χρυσή άμμος και βαθυγάλαζα, κρυστάλλινα νερά συνθέτουν το προφίλ αυτής της πλευράς του νησιού.

Ένα από τα πιο ήσυχα ταβερνάκια που έχουμε δει στις Κυκλάδες σερβίρει φρέσκα ψάρια και θαλασσινά και φρεσκοκομμένες, σπιτικές πατάτες πλάι στο κύμα στο Καλαμίτσι. Σε πλαστικά τραπέζια, κάτω από ψάθινο σκίαστρο. Απλά. Χωρίς καμία ανάγκη εντυπωσιασμού.



Το μεγαλύτερο μέρος της ομορφιάς του νησιού δεν ακουμπά στην άσφαλτο. Ούτε καν στους προσπελάσιμους από αυτοκίνητο χωματόδρομούς του. Θα το ανακαλύψετε περπατώντας στα μονοπάτια του, προσέχοντας όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που διαφεύγουν από την ταχύτητα του οχήματος.

Άλλωστε, η Κίμωλος δεν είναι νησί γρήγορης κατανάλωσης –πρέπει να τη γνωρίσεις, να τη ζήσεις αργά για να την απολαύσεις. Είναι από τα νησιά της βραδύτητας.

Από το Χωριό στα Μαυροσπήλια με τα κρυστάλλινα νερά τους, στα ιδιαίτερης αρχαιολογικής σημασίας Ελληνικά, όπου ανακαλύφθηκε η νεκρόπολη της Γεωμετρικής Εποχής και τα θραύσματα αγγείων που φιλοξενούνται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Χωριού, ή στη μικρή, απάτητη παραλία Αγιόκλημα με τα τιρκουάζ νερά της, οι περιπατητικές διαδρομές μας προ(σ)καλούν να ανακαλύψουμε μιαν άλλη Κίμωλο –αυτή που αποκαλύπτει την ομορφιά της μόνο σε όσους θα μπουν στον κόπο να την αναζητήσουν.



Αυτό πρέπει να ήταν και το βασικό κριτήριο που οδήγησε τις συμπαθέστατες Monachus Monachus να επιλέξουν την Κίμωλο για σπίτι τους στο Αιγαίο. Είδος προστατευόμενο και απειλούμενο με εξαφάνιση, η μεσογειακή φώκια κολυμπά ελεύθερη στα νερά της Κιμώλου, σύμφωνα τουλάχιστον με τη Mom, η οποία έχει μετρήσει εδώ περίπου 43 άτομα.

Η Εταιρεία Προστασίας της Μεσογειακής Φώκιας λειτουργεί κατά τους καλοκαιρινούς μήνες κέντρο ενημέρωσης των επισκεπτών στο Χωριό, ενώ παρακολουθεί τις γεννήσεις στις πολυάριθμες θαλάσσιες σπηλιές του νησιού κάθε Σεπτέμβριο.



Πώς θα πάτε

Η Κίμωλος συνδέεται σχεδόν καθημερινά με τον Πειραιά την υψηλή τουριστική περίοδο. Καθότι το ταξίδι διαρκεί περί τις 7-8 ώρες, η επιλογή της μετάβασης από τα Πολλώνια της Μήλου –στην οποία φτάνετε σε 4 περίπου ώρες με το High Speed ή σε μισή ώρα αεροπορικώς– κρίνεται σαφώς πιο συμφέρουσα.

Η Παναγία Φανερωμένη περνά από τα Πολλώνια στην Ψάθη σε κάτι λιγότερο από 20 λεπτά –με έξτρα μπόνους το ταξίδι στο χρόνο που λέγαμε στην αρχή.

Πού θα μείνετε

Όπως θα υποψιαστήκατε, στην Κίμωλο δε θα βρείτε πεντάστερα ξενοδοχεία και all inclusive resorts. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι θα σας λείψει τίποτα –με πρώτη και βασικότερη την αίσθηση αυθεντικής φιλοξενίας. Από τις καλύτερες επιλογές, ο Φάρος (τηλ.: 6978019034, από 45 ευρώ το δίκλινο δωμάτιο) στο Χωριό και ο Μύλος του Γιατρού (τηλ.: 22870 51554, 6972001828, από 75 ευρώ το δίκλινο με πρωινό) στην Ψάθη.



Πού θα φάτε

Οι λάτρεις του ψαριού και των λοιπών θαλασσινών μεζέδων δεν υπάρχει περίπτωση να απογοητευτούν στην Κίμωλο. Γραφικότατα ταβερνάκια, από τα οποία ξεχωρίζουν Το Κύμα στην Ψάθη και η παραθαλάσσια ταβέρνα στο Καλαμίτσι, σερβίρουν φρεσκότατα ψάρια και θαλασσινά πλάι στο κύμα.

Αν πάλι νοσταλγήσετε κρέατα και μαγειρευτά, θα κατευθυνθείτε στο Πανόραμα, στο Μελτέμι ή στο Νίκο στο Χωριό –το μενού ποικίλλει ανάλογα με την ημέρα, και οι επιλογές μπορεί να μη σας ικανοποιήσουν σε αριθμό, αλλά δεν ισχύει το ίδιο για την ποιότητα.

Για παγωτό επιδόρπιο, ποτάκι για να χωνέψουμε ή καφέ το επόμενο πρωί, το Stavento στο Χωριό είναι ίσως η καλύτερη επιλογή.