της Ηρώς Κουνάδη

Μαύρο. Τέτοια εποχή πέρυσι έκλαιγα για το χαμένο μου παράδεισο. Πράσινο. Ο οποίος μπορεί τελικά να μην έχει χαθεί. Καραφλό βουνό πίσω από τη στροφή. Αλλά δεν μπορούσα να το μάθω –ήμουν πολύ δειλή για να έρθω. Μαύρο δάσος.

Όλοι μου έλεγαν να μην έρθω. Πράσινη βουνοπλαγιά. Κατά βάθος πάντα ήλπιζα. Μια πηγή με τρεχούμενο νερό. Μάζευα το κουράγιο μου ένα χρόνο. Καμένοι κορμοί στέκονται όρθιοι. Όχι, δε θα κάνω πίσω τώρα. Σαν το φοίνικα που παλεύει να αναγεννηθεί από τις στάχτες του.

Λες να έχει μείνει κάτι; Έστω κι ένα δέντρο. Ο φοίνικας στο τέλος τα καταφέρνει. Φτάσαμε;

Βαθιά ανάσα. Μυρωδιά πεύκου. Ανέλπιστη. Μαύροι, ολόισιοι κορμοί δέντρων σκεπάζουν τα βουνά πίσω από τη λίμνη. Δίπλα της, όμως, στέκονται αγέρωχα πανέμορφα φουντωτά πεύκα. Ακριβώς απέναντι, στην άλλη πλευρά του δρόμου, το ξέφωτο που χρησιμοποιούσαμε για πάρκινγκ τότε, που ήταν όλα καταπράσινα.

Ο αμμόλοφος που σκαρφαλώναμε είναι πάντα εκεί. Βήματα ζιγκ ζαγκ, για να αποφύγουμε τα πιο λιλιπούτεια πευκάκια που έχει αντικρίσει ποτέ ανθρώπου μάτι. Έχουν αρχίσει να φυτρώνουν κατά δεκάδες, κάτω από τα κλαδιά που προφανώς τα γέννησαν σαν καρπούς σε ανέλπιστο χρόνο, πριν την καταστροφή.

Η φύση πάντα βρίσκει τρόπο.

Οι ράγες του τραίνου που περνούν ανάμεσα στο ξέφωτο και τους αμμόλοφους ήταν τότε ορόσημο. Τώρα δίνουν μια παράξενη αίσθηση ασφάλειας. Ο συμβολισμός της συνέχειας, μάλλον. Πάνω στους αμμόλοφους έχουν φυτρώσει κρινάκια της παραλίας.

Βαθιά ανάσα ξανά στην κορυφή. Πεύκο μυρίζει, δεν είναι ιδέα μου. Και στο βάθος το Ιόνιο λαμπυρίζει. Τιρκουάζ. Ατελείωτο. Μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Ελεύθερη πτώση από την κορυφή του αμμόλοφου. Προσγείωση. Στον παράδεισο.

Σε έναν παλιό, γνώριμο παράδεισο που κανείς δεν τον πήρε από τη θέση του. Έχω δει, τους τελευταίους μήνες, τόσους εφιάλτες με μαύρα δέντρα να απλώνουν τα γυμνά κλαδιά τους πάνω από θολά νερά που καταλήγουν σε σκοτεινές παραλίες, που σχεδόν δεν το πιστεύω.

Η απεραντοσύνη που διακόπτεται μόνο από τη γραμμή του ορίζοντα, αυτή που φέρνει αυθόρμητα το χέρι στο κούτελο και προκαλεί το βλέμμα να αναζητήσει το τέλος της που δεν υπάρχει –ή δε φαίνεται, το ίδιο είναι–, η απαλή, χρυσαφένια άμμος που αντανακλά το φως του ήλιου που δε σταμάτησε ποτέ να λάμπει –πώς θα ήταν δυνατό;–, τα ιόνια νερά που βρέχουν την άκρη της και μετά τραβιούνται τόσο πίσω που μοιάζουν να σε προκαλούν να τα κυνηγήσεις.

Όλα εδώ είναι.

Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που συνειδητοποιείς, σχεδόν σαν αποκάλυψη, τον παραλογισμό της υπερβολής. Που αρχίζεις να σκέφτεσαι λες και κάποιος πάτησε το κουμπί παύσης πανικού. Πού θα μπορούσαν να έχουν πάει όλα αυτά δηλαδή; Πώς θα καιγόταν η άμμος, θα θόλωνε το νερό, θα σταματούσε ο ήλιος να ανατέλλει, θα ίσιωναν οι αμμόλοφοι; Αν αφαιρέσεις το πράσινο από έναν πίνακα που δείχνει ένα δάσος, αυτός θα χάσει σίγουρα το 90% της ομορφιάς του.

Αν το αφαιρέσεις από έναν επίγειο παράδεισο, που συνεχίζει να γυρίζει μαζί με τη Γη, ίσως μείνει μισός. Δε θα χαθεί, όμως. Θα βγάλει κρινάκια στους αμμόλοφους και λιλιπούτεια πεύκα κάτω από τους καμένους κορμούς και θα σε περιμένει να σε παρηγορήσει για την καταστροφή που έπαθε.

Αν και αυτό θα έπρεπε να το κάνεις εσύ. Αλλά τι να κάνουμε που η δύναμή σου δεν είναι συγκρίσιμο μέγεθος με αυτήν της φύσης.

Κι εδώ, μετά τον στεναγμό ανακούφισης, γυρίζεις αργά να κοιτάξεις για πρώτη φορά πίσω. Εκεί που βρισκόταν το πράσινο κάδρο της παραλίας. Προετοιμασμένος για το χειρότερο, που τώρα ξέρεις ότι θα το αντέξεις –χάρη στο κουμπί της παύσης πανικού, που παραμένει πατημένο.

Και ναι, ένα μέρος του πράσινου κάδρου λείπει. Ένα κομμάτι του είναι πλέον μαύρο. Ένα άλλο, όμως, παραμένει ζωντανό. Φουντωτοί θάμνοι που εκτείνονται σε πλάτος τριών νεκρών κορμών, γενναία πεύκα που ξαναπρασινίζουν στις άκρες τους, κάποια άλλα που λες και κρύφτηκαν να σωθούν κι αφού τα κατάφεραν ξαναγύρισαν στη θέση τους, δίπλα σε αυτά που δε στάθηκαν τόσο τυχερά.

Το δάσος ξέρει να επιβιώνει –έχει τους δικούς του, μυστικούς μηχανισμούς γι’ αυτό. Κι ας είναι τα βουνά πίσω του μαύρα. Θα ξαναναπνεύσουν κι αυτά.

Αργά το απόγευμα, ο ήλιος κάνει τη γνώριμη μεγαλοπρεπή του βουτιά στα νερά του Ιονίου, βάφοντας μοβ τον ουρανό και μεταδίδοντας την καθησυχαστική αίσθηση ότι όσο υπάρχει αυτό το ηλιοβασίλεμα τίποτα δεν έχει χαθεί. Η ανάβαση του αμμόλοφου στην επιστροφή αγγίζει τα όρια εκείνου του συναισθήματος που ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός θα ονόμαζε 'σχεδόν ευτυχία'.

Καθώς παίρνει να σκοτεινιάζει, τα χωριά της παραλίας αντανακλούν ακριβώς αυτήν την εικόνα.

Στην πλατεία της Ζαχάρως κάποιος ψήνει καλαμπόκια. Τα γέλια των παιδιών που παίζουν αμέριμνα φτάνουν μέχρι μακριά. Ενοικιαζόμενα δωμάτια και ξενοδοχεία είναι υπερπλήρη. Τρία χιλιόμετρα νοτιότερα, στον Κακόβατο, ένας πολιτικός άρχων υπόσχεται χρηματικές αποζημιώσεις στους πυρόπληκτους.

Πυροτεχνήματα. Μουσική. Η Ανθή στο Κοχύλι επιδεικνύει με καμάρι τα φρέσκα ψάρια της σε ντόπιους και ξένους που φτάνουν συστημένοι στην καλύτερη ταβέρνα της περιοχής για να τα απολαύσουν σε πλαστικά τραπεζάκια πλάι στο κύμα.

Τα τραπεζάκια γεμίζουν. Η μουσική εξακολουθεί να ακούγεται από κάπου κοντά. Η έκλειψη της σελήνης αρχίζει να γίνεται ορατή. Ένα πυροτέχνημα φωτίζει το νυχτερινό ουρανό. Πράσινο.

Info

  • Θα πάτε: Από την Εθνική Κορίνθου Τριπόλεως, ακολουθώντας τις πινακίδες προς Αρχαία Ολυμπία ή, εναλλακτικά, συνεχίζοντας μέχρι τη Μεγαλόπολη και στη συνέχεια περνώντας από τα χωριά Καρύταινα και Ανδρίτσαινα. Η διαδρομή που περνά από την Πάτρα είναι μεγαλύτερη και πιο κουραστική, λόγω της διαβόητης 'Εθνικής' Κορίνθου Πατρών.
  • Θα μείνετε: Στα πανέμορφα Banana Place (τηλ.: 26250 34400) Theodore (τηλ.: 26250 31724) και Alkionis (τηλ.: 26250 34582) στη Ζαχάρω. Για τα δύο πρώτα υπολογίστε περί τα 50 ευρώ για το δίκλινο δωμάτιο, ενώ για το τελευταίο 130 ευρώ το τρίκλινο.
  • Θα φάτε: Φρεσκότατα ψάρια και λοιπούς θαλασσινούς μεζέδες στο Κοχύλι, πλάι στο κύμα, στον Κακόβατο. Καλοψημένα κρέατα στο Νώντα και εξαιρετική πίτσα στο Apuntamento –και τα δύο στη Ζαχάρω.
  • Θα δείτε: Το Ναό του Επικούριου Απόλλωνα, στις Βασσές, 14 χιλιόμετρα από το πανέμορφο ορεινό χωριό Ανδρίτσαινα και, φυσικά, την Αρχαία Ολυμπία που απέχει περί τα 25 χιλιόμετρα από τη Ζαχάρω.