της Ηρώς Κουνάδη

'Όταν ο πληθυσμός σου μετά βίας ξεπερνά το μισό εκατομμύριο, υποεκπροσωπείσαι τόσο, που φτάνεις να νιώθεις και να αντιμετωπίζεσαι σα μειονότητα στην ίδια σου τη χώρα, είτε αυτή λέγεται Γιουγκοσλαβία είτε, ακόμα χειρότερα, Σερβία και Μαυροβούνιο' μου λέει ο Βλάτκο, προσπαθώντας να εξηγήσει πώς και κυρίως γιατί φτάσαμε από το 'μια φορά κι έναν καιρό ήταν μία χώρα' του Κοστουρίτσα σε ένα παζλ έξι –ή επτά, αναλόγως ποιος μετράει– χωρών που απολαμβάνουν την ανεξαρτησία τους.

Το Μαυροβούνιο ήταν η τελευταία –ή η προτελευταία, πάλι αναλόγως ποιος μετράει– που την κατέκτησε. Κι οι κάτοικοί του έχουν κάθε λόγο να χαίρονται γι’ αυτό.

Στο 'Μόντε Κάρλο των Βαλκανίων', όπως συχνά χαρακτηρίζεται λόγω του high-end τουρισμού που απολαμβάνει χάρη στις μαρίνες, τις κοσμικές παραλίες και τις υψηλού επιπέδου παρεχόμενες υπηρεσίες, δύσκολα θα βρεθεί κανείς τυχαία.

Κρυμμένο πίσω από τα βραχώδη βουνά που απέκρουσαν όλες σχεδόν τις επιδρομές που δέχτηκε στην Ιστορία, καθιστώντας το τη μόνη χώρα στη νοτιοανατολική Ευρώπη που παρέμεινε ανεξάρτητη τα 500 χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, με 'δύσκολες' αεροπορικές συνδέσεις και με θαλάσσιες συγκοινωνίες να το συνδέουν μόνο με δύο λιμάνια της Ιταλίας, είναι από τις χώρες εκείνες που είτε ξεκινάς να τις επισκεφθείς είτε δεν τις βλέπεις ποτέ.

Αν, όμως, τη δεις μία φορά το πιθανότερο είναι ότι θα επιστρέψεις. Γιατί θα την έχεις ερωτευτεί.

Για τις απέραντες αμμουδιές και τα κρυστάλλινα νερά της, για τις καταπράσινες βουνοπλαγιές της, για τα μοναδικής φυσικής ομορφιάς τοπία της, για τις εκπληκτικά διατηρημένες μεσαιωνικές πόλεις της - μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO, για την έντονη νυχτερινή ζωή και τη θεϊκή κουζίνα της που παντρεύει Μεσόγειο και Βαλκάνια σε ένα ευφάνταστο αποτέλεσμα και για το γεγονός ότι συνδυάζει με τρόπο μοναδικό βουνό με θάλασσα, πεντάστερα resorts με φυσιολατρικά κάμπινγκ, πολυτελή γιοτ αραγμένα στις μαρίνες της με backpackers που βολτάρουν δίπλα τους με τα σακίδια στους ώμους.

Η δια ξηράς είσοδος στη χώρα επιβάλλει τη δοκιμασία των ελικοειδών δρόμων που σκαρφαλώνουν τα βουνά της. Λίγο μετά την αρχαία πρωτεύουσα, το Cetinje, η κατάβαση αποκαλύπτει 293 χιλιόμετρα ακτογραμμής που ξετυλίγονται μεγαλόπρεπα καθώς οι πράσινες βουνοκορφές που καταλάμβαναν επί ώρες τον ορίζοντα δίνουν τη θέση τους στο γαλάζιο της Αδριατικής που λαμπυρίζει.

Μερικές ακόμη στροφές αργότερα, ο κόλπος του Κότορ, γνωστός και ως το νοτιότερο φιόρδ της Ευρώπης, ξαφνιάζει το μάτι που αναζητά το τέλος του –ή μήπως την αρχή του;– που, κρυμμένο πίσω από τις βουνοπλαγιές που σχεδόν ακουμπούν στο νερό, το κάνει να μοιάζει περισσότερο με ποτάμι και λιγότερο με θάλασσα που εισβάλλει αυθάδικα στη στεριά.

Σκηνικό βγαλμένο από τα παραμύθια του Άντερσεν ή τις περιπέτειες των Βίκινγκς. Σε καμία περίπτωση, πάντως, βαλκανικό.

Γενικότερα, το Μαυροβούνιο, και δη η ακτογραμμή του, μακράν απέχει από τα κλισέ που έχουμε στο μυαλό μας ως χαρακτηριστικά ενός ταξιδιού στα Βαλκάνια. Πολύ πιο κοσμοπολίτικο από τους γείτονές του, πολύ γρηγορότερα αναπτυσσόμενο, χάριν κυρίως στον τουρισμό αλλά και στο γεγονός ότι ήταν η μοναδική χώρα της Γιουγκοσλαβίας που κέρδισε την ανεξαρτησία της ειρηνικά –με δημοψήφισμα, το 2006– με αποτέλεσμα να έχει πολύ λιγότερες μεταπολεμικές πληγές να επουλώσει πριν ξεκινήσει να ευημερεί, και πολύ ποικιλόμορφο για κομμάτι μιας χερσονήσου που το όνομά της σημαίνει 'τα βουνά'.

Το ίδιο το Κότορ είναι ίσως η ομορφότερη, αλλά και η πιο ενδιαφέρουσα από ιστορικής άποψης, πόλη της ακτογραμμής του Μαυροβουνίου. Η παλιά πόλη του, κτισμένη από το 12ο έως τον 14ο αιώνα και περιστοιχισμένη από εξαιρετικά διατηρημένα μεσαιωνικά τείχη, έχει ολόκληρη ανακηρυχθεί από την UNESCO μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Το πέρασμα κάτω από μία από τις πύλες – εισόδους των τειχών της ισοδυναμεί με την έναρξη ενός ταξιδιού στο χρόνο: στενά, πλακόστρωτα καλντερίμια ενώνουν μεταξύ τους μικρές πλατείες περιστοιχισμένες από επιβλητικά πέτρινα αρχοντικά, χαμηλά σπιτάκια με κόκκινα κεραμίδια και ολάνθιστα μπαλκόνια, ενώ πέτρινα σκαλοπάτια οδηγούν σε πλατώματα στο υψηλότερο σημείο των τειχών, απ’ όπου η θέα στη μαρίνα με τα πολυτελή γιοτ και την καταγάλανη λωρίδα θάλασσας που στρίβει κι εξαφανίζεται πίσω από τις παρυφές των βουνών κόβει την ανάσα.

Πέραν του αρχιτεκτονικού του ενδιαφέροντος, το Κότορ παραδίδει ταχύρυθμα μαθήματα βαλκανικής ιστορίας: οι πολυάριθμοι καθολικοί και ορθόδοξοι ναοί κτισμένοι από τον 13ο έως τον 15ο αιώνα, το ναυτικό μουσείο που αποτυπώνει την ένδοξη ιστορία της χώρας ως ναυτική δύναμη της Μεσογείου, το Πριγκιπικό Παλάτι του 17ου αιώνα και το Θέατρο του Ναπολέοντα, κτισμένο το 19ο, είναι μερικά από τα κυριότερα αξιοθέατα της παλιάς πόλης.

Αν οι φυσικές αντοχές σας το επιτρέπουν, θα ανεβείτε τα σκαλοπάτια της παλιάς οχύρωσης που σκαρφαλώνουν το βουνό, για να θαυμάσετε από ψηλά την πόλη και το φιόρδ σε όλο τους το μεγαλείο.

Έξω από τα τείχη, η προκυμαία ενδείκνυται για ατελείωτες βόλτες με θέα στο απέραντο… γαλαζοπράσινο των νερών και των δέντρων, ενώ οι διαθέτοντες όχημα θα μπουν στον πειρασμό να κάνουν το γύρο του φιόρδ –που είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο φαίνεται από αυτό το σημείο– για να ανακαλύψουν τους μικρότερους, πολύ πιο γαλήνιους οικισμούς και τις ερημικές παραλίες στην απέναντι πλευρά.

Αν, πάλι, αποφασίσετε να παραμείνετε στη δυτική όχθη, λίγα χιλιόμετρα από το Κότορ, στο δρόμο που οδηγεί στο κροατικό 'διαμάντι της Αδριατικής', το Ντουμπρόβνικ –που αξίζει οπωσδήποτε μια επίσκεψη, αν έχετε λίγο χρόνο παραπάνω στη διάθεσή σας, καθότι απέχει μόλις 35 χιλιόμετρα από εδώ– θα συναντήσετε το γραφικό, παραθαλάσσιο χωριό Πέραστ, που αποτελεί εξαιρετική εναλλακτική διαμονής αν προτιμάτε να κοιμάστε νωρίς το βράδυ.

Διότι, με κάποιο μαγικό τρόπο, η πόλη μέσα από τα τείχη τα βράδια –για την ακρίβεια, αργά τα απογεύματα– μετατρέπεται σε ένα τεράστιο, υπαίθριο club, πράγμα που όχι μόνο δεν της στερεί τίποτα από την ατμοσφαιρική γοητεία της, τουναντίον της πάει πολύ.

Τα café στα οποία λιαζόσασταν χαλαροί το μεσημέρι λίγο μετά τις 9 βγάζουν στα πλακόστρωτα δρομάκια υπερμεγέθη ηχεία από τα οποία ξεχύνονται στους γύρω δρόμους δυνατά beat εγχώριας και διεθνούς pop. Επιλέξτε κάποιο σχετικά απομονωμένο, για να μην ακούτε δύο ή περισσότερα τραγούδια ταυτόχρονα, και «ζεσταθείτε» με τα πρώτα ποτά και το απερίσπαστο people watching ενός εξαιρετικά στιλάτου 20something πλήθους μέχρι τη 1.00, οπότε τα ηχεία μαζεύονται και η δράση μεταφέρεται στα κλειστά club.

Η ώρα που θα καταφέρετε να ξυπνήσετε την επομένη το πρωί είναι η ιδανική ώρα για μπάνιο. Η λιλιπούτεια βαλκανική χώρα διαθέτει, χωρίς υπερβολές, 73 χιλιόμετρα μαγευτικών παραλιών, κοσμικών και απομονωμένων, αμμουδερών και βοτσαλωτών, διάσημων και μυστικών, που αξίζουν όσο χρόνο μπορείτε να τους αφιερώσετε.

Η εποχή είναι ιδανική, καθότι τα πλήθη του Αυγούστου έχουν φύγει αλλά η θερμοκρασία του νερού παραμένει σχετικά υψηλή. Οι συνηθισμένοι σε θερμοκρασίες… Σαρωνικού, προτιμήστε για τις βουτιές τις μικρές παραλίες στο εσωτερικό του κόλπου του Κότορ, τα νερά των οποίων ζεσταίνονται ευκολότερα από εκείνα της ανοιχτής Αδριατικής.

Τις καλύτερες παραλίες θα τις βρείτε στο δρόμο που περνά από τη Budva και το Bar πριν καταλήξει στο Ulcinj, ουσιαστικά την τελευταία πόλη πριν τα αλβανικά σύνορα. Κοσμοπολίτικα παραθαλάσσια θέρετρα και τα τρία, αξίζει να τα εντάξετε στο πρόγραμμά σας, έστω για μια σύντομη ημερήσια εκδρομή αν έχετε επιλέξει το Κότορ ως βάση σας.

Αν ωστόσο ο χρόνος σας επιτρέπει μόνο μία στάση, αυτή θα είναι οπωσδήποτε το Bar, για την πανέμορφη παλιά πόλη του, που μετρά χίλια χρόνια ζωής, με την καλοδιατηρημένη μεσαιωνική οχύρωσή, τους ειδυλλιακούς, ολάνθιστους κήπους και τη θρυλική Stara Meslina, την ελιά που φυτεύτηκε εδώ πριν από δύο χιλιάδες χρόνια.

Ανάμεσα στη Budva και το Bar, το Sveti Stefan είναι ένα χωριό ξενοδοχείο, κτισμένο επάνω σε ένα λιλιπούτειο νησάκι που ενώνεται με τη στεριά με μια στενή λωρίδα άμμου. Οι μικρές παραλίες που σχηματίζονται στις δύο πλευρές της είναι δημοφιλείς για την κοκκινωπή άμμο και τα κρυστάλλινα, διαυγή νερά τους.

Ο οικισμός κτίσθηκε από ψαράδες τον 15ο αιώνα, και μετατράπηκε σε 5άστερο resort το 1960, όταν δύο ζωγράφοι, οι Lubarda και Milunovic, αποφάσισαν να τον αξιοποιήσουν τουριστικά. Για να τον επισκεφθείτε, αν δε μείνετε εδώ, θα χρειαστεί να πληρώσετε τα 5 ευρώ του αντιτίμου εισόδου –για να το θαυμάσετε και να το φωτογραφίσετε από μακριά, υπάρχει παρατηρητήριο σε μια στροφή του κεντρικού δρόμου που πηγαίνει προς το Bar.

Στις 8 Σεπτεμβρίου το resort έκλεισε για ανακαίνιση, και αναμένεται να επαναλειτουργήσει προς το τέλος του 2009.

Γενικώς, ολόκληρη η παράκτια πλευρά του Μαυροβουνίου –όπως και η ορεινή, η οποία είναι μια εντελώς ξεχωριστή περίπτωση– προσφέρεται για εξερευνήσεις και, παρά το γεγονός ότι τα θέρετρα συνδέονται τακτικότατα μεταξύ τους με ένα άκρως αξιόπιστο δίκτυο λεωφορείων, εμείς θα προτείναμε αν δεν έχετε έρθει οδικώς να εξετάσετε το ενδεχόμενο ενοικίασης αυτοκινήτου για να την ανακαλύψετε απαλλαγμένοι από άγχη δρομολογίων και ανταποκρίσεων.

Αυτά και κάθε άλλου είδους άγχη, άλλωστε, δεν έχουν θέση σε έναν τόπο που, όπως θα σας επιβεβαιώσουν και οι κάτοικοί του, παρά το ευρωπαϊκό feeling και τη ραγδαία τουριστική ανάπτυξη, δεν προσπαθεί να πείσει κανέναν ότι ανήκει στη Δύση.

Γιατί ξέρει καλά ότι εδώ είναι Βαλκάνια. Και χαίρεται γι’ αυτό.

Info

Θα πάτε: Αεροπορικώς, με πτήση της Ολυμπιακής, της Malev, της Austrian ή της JAT και ενδιάμεσο σταθμό το Βελιγράδι. Το κοντινότερο στο Κότορ αεροδρόμιο είναι το Tivat, που απέχει μόλις 8 χιλιόμετρα, ενώ η εναλλακτική λύση είναι το αεροδρόμιο της πρωτεύουσας, Podgorica.

Η πλέον συμφέρουσα επιλογή είναι η πτήση της JAT Αθήνα – Βελιγράδι – Tivat που θα σας στοιχίσει περί τα 300 ευρώ μετ’ επιστροφής. Αν έχετε αρκετές ημέρες στη διάθεσή σας, το Μαυροβούνιο προσφέρεται για road trip: ξεκινώντας από τη Θεσσαλονίκη ή την Καστοριά και περνώντας από την ΠΓΔΜ και το Κόσοβο ή την Αλβανία αντίστοιχα, θα χρειαστείτε περί τη μιάμιση ημέρα, με χαλαρούς ρυθμούς και μία διανυκτέρευση κάπου στα μισά της διαδρομής, για να φτάσετε στο Κότορ.

Θα μείνετε: Στο πανέμορφο boutique Hotel Marija που στεγάζεται σε ένα αναπαλαιωμένο αρχοντικό στην παλιά πόλη του Κότορ (από 65 ευρώ το δίκλινο δωμάτιο). Πολυτελέστερη επιλογή, το 4 αστέρων Hotel Cattaro επίσης στην παλιά πόλη, προσφέρει δωμάτια με όλες τις απαραίτητες παροχές και ανέσεις σε τιμές που ξεκινούν από 150 ευρώ το δίκλινο με πρωινό.

Εξαιρετική πρόταση και το Palazzo Radomiri ένα boutique hotel που στεγάζεται σε ένα μπαρόκ αρχοντικό του 18ου αιώνα στην παλιά πόλη. Το επίσημο site τουρισμού του Μαυροβουνίου διαθέτει μια εξαιρετική μηχανή αναζήτησης καταλυμάτων με βάση την κατηγορία και την περιοχή.

Θα φάτε: Παραδοσιακή, τοπική κουζίνα στο Kantun στην παλιά πόλη του Κότορ, ρομαντικό δείπνο με κεριά ή μεσημεριανό στην πανέμορφη ταράτσα του Stari Mlini –«παλιός ανεμόμυλος», όνομα και πράγμα– στο δρόμο προς το Perast, φρεσκότατα ψάρια και θαλασσινά και επιλογές για χορτοφάγους στο Bastion στην παλιά πόλη, ιταλική κουζίνα στην Pasteria, επίσης στην παλιά πόλη.

Αν ο δρόμος σας φέρει στη Budva, στάση οπωσδήποτε στο Jadran, για τοπικές σπεσιαλιτέ, ή στο Lazo I Milan για ευφάνταστες μακαρονοδημιουργίες.

Θα βγείτε: Σίγουρα στο Κότορ, στα υπαίθρια μπαράκια της παλιά πόλης για αρχή και στη συνέχεια στο club υπερπαραγωγή Maximus, όπου καταλήγουν όλοι. Για πιο… χαλαρές καταστάσεις, στη Budva, στα Old Fisherman’s Pub και Chest O’Sheas.