της Έλενας Μπούλια

Όλοι μας αντιμετωπίζουμε καθημερινά μικρά ή μεγάλα προβλήματα και όλοι -ή σχεδόν όλοι- νιώσαμε κάποια στιγμή στην ζωή μας τόσο δυσάρεστα, δυσβάσταχτα συναισθήματα, τα οποία πιθανώς δημιούργησαν εμπόδια ακόμα και στις πιο απλές καθημερινές μας συναναστροφές.

Πώς καταφέρνει κανείς να τα αντιμετωπίσει; Πιο σωστά… τα καταφέρνει ή συνεχίζει να ζει με αυτά, αφήνοντας μέσα του ανοιχτές πληγές που κινδυνεύουν να εξελιχθούν σε αθεράπευτες παθήσεις;

Για τους περισσότερους η επίσκεψη σε έναν οδοντίατρο, όταν ένα δόντι πονάει, ή σε έναν καρδιολόγο, όταν υποψιάζονται προβλήματα στην καρδιά, είναι αυτονόητη.

Η επίσκεψη σε έναν ψυχολόγο, όμως, όταν νιώθουν να αντιμετωπίζουν κάποιες ψυχο-συναισθηματικές δυσκολίες -τις οποίες απαριθμεί παρακάτω ο Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής, Διδάκτωρ Ψυχολογίας κ. Γρηγόρης Βασιλειάδης- αποτελεί ταμπού.

Γιατί αρνούμαστε να πάμε στον ψυχολόγο; Πόσο σημαντική είναι η βοήθεια που μπορεί να μας προσφέρει και με ποιον τρόπο μπορούμε να πείσουμε έναν δικό μας άνθρωπο που αντιμετωπίζει σοβαρές προσωπικές δυσκολίες να επισκεφθεί κάποιον ειδικό; Πέντε ψυχολόγοι – ψυχοθεραπευτές απαντούν σε αυτά και πολλά περισσότερα ερωτήματα, καταρρίπτοντας το ταμπού αλλά και τους μύθους γύρω από την ψυχοθεραπεία, για τους οποίους συχνά ευθύνονται… οι ίδιοι.

Πότε χρειάζομαι ψυχολόγο;

Όπως αναφέραμε παραπάνω, ο ψυχολόγος κ. Βασιλειάδης συγκεντρώνει τις συνηθέστερες δυσκολίες που θα οδηγήσουν έναν άνθρωπο στον ειδικό. Αυτές μπορεί να εκφράζονται μόνο ψυχο-συναισθηματικά ή επικοινωνιακά:

  • Η επίμονη αίσθηση του ανικανοποίητου
  • Συναισθήματα μοναξιάς, θλίψης, αποτυχίας, έντασης και άγχους
  • Δυσκολίες επικοινωνίας στις συζυγικές, οικογενειακές, εργασιακές και διαπροσωπικές σχέσεις
  • Δυσκολία στον σχεδιασμό και την πραγματοποίηση στόχων
  • Προβλήματα που συνδέονται με τη συμπεριφορά του παιδιού, ή/και την επίδοση του στο σχολείο
  • Ένταση και άγχος στην οικογένεια εξαιτίας της δυσκολίας των μελών της να αντιμετωπίσουν την ύπαρξη χρόνιων ασθενειών (AIDS/ HIV, καρδιοπάθειες, στειρότητα, διαβήτης, καρκίνος, κατά πλάκας σκλήρυνση, κ.α.)
  • Δυσκολίες στον έλεγχο του θυμού (βίας κι επιθετικότητας)
  • Προβλήματα λόγω κακοποίησης (σωματικής, συναισθηματικής, και/ή σεξουαλικής)
  • Συχνές οικονομικές δυσκολίες
  • Προβλήματα προσαρμογής στο σχολείο, στο χώρο δουλειάς (δυσκολίες με συνεργάτες, μειωμένη απόδοση, κ.λ.π.) και γενικότερα σε κάθε είδους αλλαγές που συμβαίνουν στη ζωή.

Αλλά μπορεί να παίρνουν και την μορφή ψυχο-σωματικών προβλημάτων:

  • Η ανεξήγητη κόπωση ή οι αϋπνίες
  • Σεξουαλικά προβλήματα ή ανησυχίες
  • Προβλήματα που συνδέονται με τη χρήση ναρκωτικών ή αλκοόλ
  • Έντονες διακυμάνσεις σωματικού βάρους που μπορεί να συνδέονται με διαταραχές διατροφής (ψυχογενής ανορεξία, βουλιμία, παχυσαρκία, κ.α.)

Στο συγκεκριμένο σημείο, ωστόσο, η ψυχολόγος του In2life, η οποία απαντά στις ερωτήσεις του ένθετου Σεξ & Σχέσεις, επεμβαίνει για να προσθέσει ότι κάποιος μπορεί να πάσχει από μία ψυχική διαταραχή και χωρίς να υποφέρει.

«Ένα τέτοιο παράδειγμα ‘ευχάριστης’ διαταραχής είναι η μανία, με συμπτώματα περίπου αντίθετα από αυτά της κατάθλιψης: ευφορική διάθεση, διογκωμένη αυτοεκτίμηση, αίσθηση παντοδυναμίας, αυξημένη διάθεση για σεξ». Όσο ο ασθενής αισθάνεται τόσο καλά, είναι απίθανο να ζητήσει βοήθεια.

Πιο πιθανό να το κάνει με την αποδρομή του επεισοδίου, όταν έρθει αντιμέτωπος με τις συνέπειες της συμπεριφοράς του, ή με την είσοδό του στην άλλη όψη του διπόλου, το καταθλιπτικό επεισόδιο.

Ποιος είναι ο ψυχολόγος, ποιος ο ψυχοθεραπευτής και ποιος ο ψυχίατρος;

Σύμφωνα με την ψυχολόγο του In2life, υπάρχει μια θεμελιώδης διάκριση μεταξύ ψυχολόγου, ψυχιάτρου και ψυχοθεραπευτή, που στην Ελλάδα ακόμη δεν έχει αφομοιωθεί. Ο ψυχολόγος δεν είναι γιατρός και παρόλο που μπορεί να γνωρίζει αρκετά για τα φάρμακα, δεν μπορεί να προτείνει φαρμακευτική αγωγή, όπως ο ψυχίατρος.

Είναι όμως και αυτός εκπαιδευμένος στη διάγνωση και περισσότερο εξοικειωμένος με τις κλίμακες (νοημοσύνης, επαγγελματικού προσανατολισμού, ψυχοπαθολογίας κ.λπ.) και τα υγιή χαρακτηριστικά του νου.

Ο ψυχοθεραπευτής δεν είναι απαραίτητα μόνο ψυχολόγος. Μπορεί επίσης να είναι ψυχίατρος, κοινωνικός λειτουργός ή, σπανιότερα, να προέρχεται και από άλλον επαγγελματικό κλάδο. Το βασικό είναι να έχει εκπαιδευτεί στην ψυχοθεραπευτική προσέγγιση της προτίμησής του και να έχει υποβληθεί σε θεραπεία ο ίδιος – ανεξάρτητα από τις βασικές του σπουδές.

Όταν επισκέπτεται κανείς έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας, καλό θα ήταν να ρωτάει και να ενημερώνεται για όλα αυτά, ειδικά στην περίπτωση που ενδιαφέρεται να ξεκινήσει μια ψυχοθεραπεία, η οποία στην Ελλάδα δυστυχώς ασκείται και από μη-καταρτισμένους.

Όταν βεβαιωθεί για την επάρκεια του θεραπευτή, μένει πια να αποφασίσει εάν η προσωπικότητά του και η προσέγγιση που ακολουθεί του ταιριάζουν. Για παράδειγμα, κάποιος που έχει πολύ συγκεκριμένους στόχους, να απαλλαχθεί π.χ.

από τις κρίσεις πανικού του, και δεν ενδιαφέρεται να προχωρήσει σε βάθος, ας επιλέξει μια γνωσιακή-συμπεριφοριστκή προσέγγιση. Κάποιος που ενδιαφέρεται για μια βαθιά αναδιοργάνωση, ας επιλέξει μια ψυχαναλυτική. Υπάρχουν πολλές ακόμη επιλογές, μεταξύ αυτών και η συμμετοχή σε ομάδα, αν κάποιος δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στο κόστος της ατομικής θεραπείας.

Τι γίνεται κατά την ψυχολογική θεραπεία;

Η ψυχολογική θεραπεία περιλαμβάνει, σύμφωνα με τον κ. Βασιλειάδη, κυρίως διάλογο και σκέψη. Ο ‘ασθενής’ μιλάει για τον εαυτό του και το πρόβλημα που τον απασχολεί, ενώ ο ψυχολόγος τον ενθαρρύνει να σκεφτεί πάνω σε θέματα που -κατά την άποψή του- σχετίζονται με το συγκεκριμένο πρόβλημα και τον ενθαρρύνει να βρει λύσεις σε αυτά.

Τελικά, δηλαδή, «ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος είναι αυτός που αντιμετωπίζει το πρόβλημα με την καθοδήγηση ή την παρέμβαση του ψυχολόγου».

Ως προς το πρακτικό της μέρος, η ψυχολογική θεραπεία περιλαμβάνει συνήθως μία συνεδρία εβδομαδιαίως, η οποία διαρκεί περίπου 45 με 60 λεπτά –η πρώτη συνεδρία πιθανώς να διαρκέσει περισσότερο. Ο χρόνος που απαιτείται για την ολοκλήρωση της θεραπείας ποικίλλει ανάλογα με την σοβαρότητα και τις ιδιαιτερότητες του προβλήματος.

Αν πρόκειται, όμως, για θεραπεία ζευγαριού ή οικογένειας, κατά την οποία συμμετέχουν και οι δύο (για την πρώτη περίπτωση) ή περισσότερα από δυο μέλη της οικογένειας, η ψυχολογική θεραπεία μπορεί να ολοκληρωθεί σε συντομότερο διάστημα (π.χ.

10 με 15 συνεδρίες).

Γιατί αρνούμαστε να ζητήσουμε ψυχολογική βοήθεια;

Η κλινική ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια κ. Ευθυμία Παυλάτου μας εξηγεί ότι πολλοί θεωρούν ότι η ψυχοθεραπεία δεν αποτελεί επιστήμη και δεν έχει κάτι ουσιαστικό να προσφέρει, περισσότερο από την βοήθεια που θα μας έδιναν φίλοι και συγγενείς.

Ωστόσο, όπως η ίδια λέει, η αλήθεια είναι ότι οι εκπαιδευμένοι ψυχολόγοι -με πτυχίο πανεπιστημίου, άδεια άσκησης επαγγέλματος κ.λ.π.- έχουν γνώσεις που βασίζονται σαφώς σε επιστημονικά δεδομένα και εμπεριστατωμένες έρευνες, και μπορούν να πάρουν την απόσταση που χρειάζεται από το πρόβλημά μας, να το δουν αντικειμενικά και να μας καθοδηγήσουν κατάλληλα –κάτι που δε μπορούν να κάνουν οι δικοί μας άνθρωποι λόγω έλλειψης σχετικών γνώσεων αλλά και συναισθηματικής εμπλοκής.

Ένας ακόμα, παράδοξος ίσως, λόγος, όπως λέει η κ. Παυλάτου, είναι ότι πολλοί άνθρωποι υποφέρουν μεν στις σημερινές συνθήκες ζωής τους, αλλά ο φόβος της αλλαγής και της προσπάθειας που αυτή απαιτεί είναι πολύ μεγαλύτερος. «Η ψυχοθεραπεία δεν είναι εύκολη και ανώδυνη διαδικασία», λέει η ειδικός.

«Ωστόσο, το βάθος στο οποίο θα φτάσει είναι αποτέλεσμα συνεργασίας και καθορίζεται μαζί με τον θεραπευτή, ο οποίος προσεγγίζει σταδιακά τον θεραπευόμενο, σεβόμενος τις επιθυμίες, τις αντοχές και τις άμυνές του και προσπαθώντας να κερδίσει σταδιακά την εμπιστοσύνη του.

Η ψυχολόγος του In2life συμπληρώνει στο σημείο αυτό λέγοντας ότι ο ‘ασθενής’ μπορεί να αντλεί και δευτερογενή οφέλη από την ψυχική του διαταραχή –από την συμπαράσταση των άλλων και τα ειδικά προνόμια που του εξασφαλίζει το πρόβλημά του.

Ο άνθρωπος που πάσχει έχει μάθει να βασίζεται στην προστασία των άλλων και δεν διακινδυνεύει να την χάσει ζητώντας βοήθεια, π.χ. ένας αγοραφοβικός, αντί να επισκεφθεί έναν ειδικό, μπορεί να βασίζεται για χρόνια στην προθυμία των άλλων να τον συνοδεύουν στις εξόδους του από το σπίτι.

Φόβο, άλλωστε, δημιουργούν και όλα αυτά που μπορεί να ανακαλύψει ο θεραπευτής αλλά, ακόμα περισσότερο, αυτά που μπορεί εμείς να δούμε για τον εαυτό μας. «Το να αρχίσουμε να “σκαλίζουμε” τα προβλήματά μας είναι ένας τεράστιος φόβος για πολλούς ανθρώπους, με τον οποίο συνδέεται και ο φόβος της τρέλας», λέει η κ.

Παυλάτου, η οποία ωστόσο διευκρινίζει ότι «αυτό που βλέπει συνήθως σε εμάς ο ψυχολόγος είναι δυσκολίες και ανθρώπινες αδυναμίες που όλοι έχουμε, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Έτσι, δεν πρόκειται να μας κρίνει αρνητικά, ούτε βέβαια να μας χαρακτηρίσει τρελούς ή να μας βάλει κάποια άλλη ‘ταμπέλα’ που θα μας στιγματίσει.»

Ακόμα μεγαλύτερο φόβο προκαλεί η αμφιβολία ότι πιθανώς ο ψυχολόγος να μη μπορέσει να βοηθήσει και κάτι τέτοιο να σημαίνει ότι το πρόβλημά μας είναι ανίατο. «Αν η συγκεκριμένη συνεργασία δεν βοηθήσει, μπορούμε να απευθυνθούμε σε κάποιον άλλο, με διαφορετική προσέγγιση και μεθόδους», λέει η κ.

Παυλάτου και συνεχίζει «όταν η ψυχοθεραπεία δεν προχωρά, συχνά χρειάζεται ένας διαφορετικός θεραπευτής ή μια άλλη ψυχοθεραπευτική προσέγγιση. Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα ευθυνόμαστε εμείς που το πρόβλημα δεν ‘λύθηκε’, ή ότι απαιτείται περισσότερος χρόνος για να δούμε αποτέλεσμα».

Τέλος, δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν ένδειξη ανικανότητας, έλλειψης αποφασιστικότητας και «αδύναμου χαρακτήρα» το να καταφύγουν σε οποιαδήποτε βοήθεια και προσπαθούν να τα βγάλουν πάντα πέρα μόνοι τους, λέει η κ. Παυλάτου.

«Αληθινή δύναμη, όμως, είναι να ξέρεις πότε δεν μπορείς πλέον μόνος σου και να έρχεσαι αντιμέτωπος με τις δυσκολίες σου με ενεργητικό και δυναμικό τρόπο», συμβουλεύει.

Η ψυχολόγος του In2life δεν παραλείπει εδώ να τονίσει και έναν ακόμα, πρακτικό λόγο, που πολλοί αποφεύγουν να στραφούν στον ψυχολόγο: Τα ταμεία καλύπτουν μόνο τις επισκέψεις στον ψυχίατρο και τα φάρμακα που αυτός θα συνταγογραφήσει, αλλά όχι την ψυχοθεραπεία.

Επιλέγοντας ψυχολόγο

Η σύμβουλος ψυχολόγος και συνθετική θεραπεύτρια κ. Άρτεμις Αντωνίου με απλά λόγια συμβουλεύει ότι «όπως και όταν θες να διαλέξεις οποιαδήποτε άλλη σημαντική υπηρεσία, έτσι μπορείς να διαλέξεις και ψυχολόγο. Μπορεί να χρειαστεί να τηλεφωνήσεις ή και να επισκεφθείς αρκετούς μέχρι να καταλήξεις στον καλύτερο για εσένα».

Στο διαδίκτυο υπάρχουν, άλλωστε, διάφορες έγκυρες σελίδες αναγνωρισμένων συλλόγων ψυχολόγων και ψυχοθεραπευτών από τις οποίες μπορεί κανείς να συλλέξει πληροφορίες. Το site του Πανελλήνιου Ψυχολογικού Συλλόγου είναι μία από αυτές, ενώ στο Iatronet.gr θα βρείτε πληθώρα συνεργαζόμενων ψυχολόγων με αναρτημένες πληροφορίες για το βιογραφικό και την καριέρα τους, πληκτρολογώντας απλά την λέξη «ψυχολόγος» στην αναζήτηση.

Σε κάθε περίπτωση, επανέρχεται η κ. Παυλάτου, ο ενδιαφερόμενος έχει κάθε δικαίωμα να συζητήσει με τον ψυχολόγο για τις σπουδές και την κατάρτισή του και για τις μεθόδους που χρησιμοποιεί, πριν ξεκινήσει τη συνεργασία, ή να αλλάξει θεραπευτή αν δεν τον ικανοποιεί η σχέση ή το αποτέλεσμα.