της Έλενας Μπούλια

Επένδυσαν χρήμα και χρόνο για να σπουδάσουν, να βρουν ένα σπίτι στην πόλη και μία αξιοπρεπή εργασία και πριν καλά-καλά «πιάσουν» τα πρώτα τους λεφτά έμειναν άνεργοι και σαστισμένοι. Αναθεώρησαν. Άφησαν τα πτυχία στις κορνίζες, μάζεψαν τα μπογαλάκια τους και επέστρεψαν στον τόπο που γεννήθηκαν για να καλλιεργήσουν ντομάτες και να αρμέξουν αγελάδες.

Δεν είναι λίγοι. Τα επίσημα στατιστικά στοιχεία μιλούν για τουλάχιστον 8% αύξηση στους αγρότες το 2010, αριθμός που μεταφράζεται σε 60.000 άτομα. Η Πανελλήνια Ένωση Νέων Αγροτών επιβεβαιώνει ότι καθημερινά δέχεται από 10 έως 20 άτομα που ενδιαφέρονται να πληροφορηθούν για το πώς μπορούν να κάνουν μία νέα αρχή στον πρωτογενή τομέα.

Άτομα που στην πλειοψηφία τους δεν έχουν τις παραμικρές γνώσεις στις καλλιέργειες ή στην κτηνοτροφία και που προσπαθούν να τις αποκτήσουν ερχόμενοι σε επαφή με τοπικούς συνεταιρισμούς και παρακολουθώντας σεμινάρια. Έχουν, όμως, μία «βάση», μερικά καλλιεργήσιμα στρέμματα –και, αν μη τι άλλο, η ελληνική γη είναι εύφορη.

Δεν περιμένουν να γίνουν πλούσιοι ούτε ελπίζουν να «φάνε» από επιδοτήσεις όπως έκαναν πολλοί προκάτοχοί τους –άλλωστε, δεν υπάρχουν πια επιδοτήσεις. Αισιοδοξούν, όμως, ότι δεν θα πεινάσουν. Ότι ο κόπος τους, σωματικός αυτή τη φορά, θα αποφέρει πραγματικούς καρπούς.

Από αποθηκάριος… βιοκαλλιεργητής

Η οικογένεια του κ. Παναγιωτίδη ζούσε στην Θεσσαλονίκη, όπου εκείνος, έχοντας τελειώσει σχολή ηλεκτρολογίας, εργαζόταν ως αποθηκάριος. Κάποια στιγμή ο πατέρας έμεινε άνεργος και, με δύο μικρά παιδιά, αποφάσισε να επιστρέψει στο χωριό τους, τον Στίβο και να ασχοληθεί, μη έχοντας την παραμικρή γνώση, με τα 20-30 στρέμματα γης που ανήκαν στην οικογένεια.

Η Όλγα, η κόρη της οικογένειας που μας μίλησε, τότε ήταν 8 ετών.

Τόσο εκείνη όσο και ο αδελφός στράφηκαν χωρίς δεύτερη σκέψη σε σχετικές σπουδές: «Εγώ σπούδασα Τεχνολόγος Γεωπόνος στο ΤΕΙ Σίνδου, ενώ ο αδελφός μου πήγε από τα 15 του στην Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων, ενώ συνέχισε με σπουδές τεχνολογίας τροφίμων στην Σχολή «Ευκλείδης» της Θεσσαλονίκης, παράλληλη με σπουδές στην Σχολή Επαγγελμάτων Κρέατος.

Και είναι μόλις 23 ετών».
Την εποχή που ο πατέρας της Όλγας ξεκίνησε να δραστηριοποιείται, καλλιεργώντας αρχικά το βιολογικό τους αγρόκτημα, αλλά και δημητριακά και σιτηρά, δίνοντας επιδοτήσεις από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, τις οποίες αν εκμεταλλευόταν κάποιος έξυπνα μπορούσε να αναπτυχθεί.

Η οικογένειά της σταδιακά αγόρασε αιγοπρόβατα και αγελάδες, ενώ αργότερα δημιούργησε και τυροκομείο. «Ο πατέρας μου το έψαχνε συνεχώς. Έκανε ταξίδια στο εξωτερικό (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία), έβλεπε πώς λειτουργούν άλλες μονάδες και έφερνε πίσω ιδέες και συστήματα», λέει η Όλγα.

«Σίγουρα βοήθησαν και οι γνωριμίες του στο να ‘μπούμε΄ στην αγορά, τόσο στη λαϊκή όσο και σε καταστήματα της Θεσσαλονίκης με βιολογικά τρόφιμα».

Αυτή τη στιγμή, με την συνεργασία και των τεσσάρων μελών της οικογένειας, τα στρέμματα έχουν γίνει 700 («όχι όλα ιδιόκτητα, φυσικά», λέει η Όλγα) και η παραγωγή τους έχει τέτοια ζήτηση που δεν προλαβαίνουν να την καλύψουν.

Τα μελλοντικά πλάνα τους, μάλιστα, είναι να αυξήσουν το ζωικό κεφάλαιο και να βγάλουν βούτυρο, κατσικίσιο γιαούρτι, μυζήθρα και ανθότυρο. «Με την κρίση που επικρατεί στην Ελλάδα εμείς έχουμε την τύχη να απασχολούμαστε και οι τέσσερις στην οικογένεια, με διαφορετική αρμοδιότητα ο καθένας, και να μην μας φτάνει ο χρόνος», συμπληρώνει η Όλγα.

Νέος αγρότης -μόνος- ψάχνει

Η Όλγα Παναγιωτίδου, πέρα από τις αγροτικές της δραστηριότητες, είναι και Γραμματέας της Ένωσης Νέων Αγροτών Θεσσαλονικής, η οποία ανήκει μαζί με πολλές άλλες ενώσεις, στην Πανελλήνια Ένωση Νέων Αγροτών.

Η ίδια μας λέει ότι τα προγράμματα επιδοτήσεων νέων αγροτών τελείωσαν το 2009 με πολλά προβλήματα. Το όριο επιδότησης παλαιότερα ήταν από 20.000 έως 40.000 ευρώ όμως, προκειμένου να μπουν περισσότεροι αγρότες στο πρόγραμμα, το όριο χρειάστηκε να μειωθεί στο μισό στις 10.000-20.000 ευρώ.

Πέρσι, μάλιστα τελείωσαν και οι επιδοτήσεις για «σχέδια βελτίωσης», τα οποία αφορούσαν αγρότες που ήθελαν να επεκτείνουν τις εργασίες τους. «Και επειδή ούτε οι τράπεζες δίνουν εύκολα δάνεια για να στηρίξουν τέτοιες πρωτοβουλίες σχεδόν όλοι οι νέοι αγρότες ξεκινούν με δικό τους κεφάλαιο», λέει η Όλγα.

Ωστόσο, η ίδια συμβουλεύει όποιον σκέφτεται να στραφεί στην αγροτική ζωή να μην το βάλει κάτω. «Είναι πολύ δύσκολα στον αγροτικό τομέα, αλλά όσοι αποφασίσουν να ασχοληθούν με την κτηνοτροφική παραγωγή και τα τρόφιμα στην βάση τους πρέπει να ξέρουν πως μπορούν να διαθέσουν τα προϊόντα τους κατευθείαν στον καταναλωτή, να λειτουργήσουν τόσο ατομικά όσο και σε ομάδες παραγωγών και σε υγιείς συνεταιρισμούς.»

Παροτρύνει, μάλιστα, τους νέους να απευθύνονται σε οργανισμούς, όπως η Πανελλήνια Ένωση Νέων Αγροτών, οι οποίοι μπορούν να τους παρέχουν πληροφορίες και συγκεκριμένες γνώσεις. «Έχουμε περάσει από όλα τα στάδια που απαιτούνται για να γίνεις αγρότης και ξέρουμε πώς να βοηθήσουμε κάποιον και προς ποια κατεύθυνση να τον στρέψουμε», καταλήγει.

«Πόσο χειρότερα από την Αθήνα;»

Η Χριστίνα, 27 ετών, ζει στον Χολαργό και εργάζεται ως γραμματέας σε ιδιωτικό ιατρείο. Ο άντρας της, μάγειρας, 29 ετών, έχει εδώ και λίγο καιρό μείνει άνεργος.

Αυτόν τον καιρό οι δυο τους ετοιμάζουν το εγκαταλελειμμένο σπίτι του παππού της Χριστίνας, σε ένα χωριό λίγο έξω από την Πάτρα, προκειμένου να εγκατασταθούν μόνιμα εκεί και να ασχοληθούν με την καλλιέργεια ιπποφαούς, αρωματικών φυτών και μανιταριών.

«Δεν έχουμε αποφασίσει ακόμα τι ακριβώς θα καλλιεργήσουμε, ωστόσο έχουμε ήδη ξεκινήσει κάποια σεμινάρια που θα μας βοηθήσουν να καταλήξουμε», λέει η Χριστίνα.

Την ρωτάμε αν εκείνη ή ο άνδρας της έχουν κάποιες σχετικές γνώσεις καλλιέργειας. «Την παραμικρή», μας λέει γελώντας. «Αλλά δεν αγχωνόμαστε. Έχουμε την γη και αυτή είναι μία σημαντική βάση». Έχουν, όμως, και τα χρήματα για να ξεκινήσουν; «Η αλήθεια είναι ότι όσες φορές έχω ψάξει να δω τι γίνεται με τις επιδοτήσεις δεν έχω βγάλει άκρη, οπότε καταρχήν θα ξεκινήσουμε μόνοι μας, όπως μπορούμε», λέει η Χριστίνα.

Την ρωτάμε πώς φαντάζεται την ζωή της σε έναν χρόνο από σήμερα σε ένα μικρό επαρχιακό χωριό. «Σκοπός μας είναι να ασχοληθούμε τόσο με την τυποποίηση, π.χ. μαρμελάδες, γλυκά κουταλιού, λάδι με βότανα, αλλά και με την προμήθεια των προϊόντων αυτών στην Αθήνα.

Όσο για την ζωή στο χωριό; Χειρότερα από την Αθήνα αποκλείεται να είναι.»

Κάπως έτσι σκέφτηκε και ο Γιώργος, 30 ετών, γεωλόγος και ιδιοκτήτης κατασκευαστικής εταιρίας, ο οποίος μην βλέποντας βραχυπρόθεσμα δυνατότητες για ανέγερση και πώληση ακινήτων αποφάσισε μαζί με τον πατέρα του να ξεκινήσει σεμινάρια στην Επαγγελματική Σχολή στο Κτήμα Συγγρού, στα Ανάβρυτα.

Το γεωργικό σχολείο επαναλειτουργεί από τον περασμένο Απρίλιο, μετά από σχεδόν μία δεκαετία που παρέμενε κλειστό, με τμήματα σε τομείς κηποτεχνίας, μελισσοκομίας και επιχειρηματικής γεωργίας. Η φοίτηση είναι διετής και περιλαμβάνει θεωρητική και εργαστηριακή εκπαίδευση, ενώ προϋπόθεση για να φοιτήσει κανείς εκεί είναι να έχει αποφοιτήσει από την Ά τάξη του Λυκείου.

«Την πρώτη φορά που πήγα στην σχολή για να γραφτώ έφτασα εκεί ένα τέταρτο πριν την λήξη του ωραρίου εγγραφών και λόγω της τεράστιας ζήτησης δεν είχα προλάβει –οι εγγραφές της ημέρας είχαν συμπληρωθεί. Την δεύτερη φορά ‘στήθηκα’ στην ουρά από τις 5μιση τα ξημερώματα και έτσι τα κατάφερα να γραφτώ.

Στην ουρά υπήρχαν άτομα που περίμεναν πολύ πριν από εμένα», λέει ο Γιώργος, ο οποίος αυτή την εποχή παρακολουθεί σεμινάριο τυποποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων, για δύο τρίωρα ανά εβδομάδα. «Το κόστος του σεμιναρίου ανέρχεται στα 250 ευρώ ανά εξάμηνο, ωστόσο υπάρχουν και πιο οικονομικά σεμινάρια με 150 και 200 ευρώ ανά εξάμηνο», όπως αυτό της δενδροκομίας που παρακολουθεί ο πατέρας του.

Ρωτάμε τον Γιώργο με τι σκοπούς αποφάσισε να ασχοληθεί με τα γεωργικά προϊόντα. «Υπάρχουν κάποια κτήματα της οικογένειάς μου που θα μπορούσαμε να καλλιεργήσουμε», μας λέει. «Ωστόσο δεν είμαι σίγουρος ακόμα πώς ακριβώς θα τα εκμεταλλευτούμε –ελπίζω με τα σεμινάρια αυτά να βγάλω μία άκρη.

Το μόνο που ξέρω σίγουρα είναι ότι κάποια στιγμή θα φύγω από την Αθήνα –αυτός είναι ο βασικός σκοπός μου.»