του Γιώργου Κόκουβα

Καθόταν στο τελευταίο ζευγάρι θέσεων του λεωφορείου. Με το που μπήκα, κάθισα ακριβώς απέναντί της. Με το πουκάμισό μου, την τσάντα, προσεγμένος, κύριος. Εκείνη, γύρω στα 50 – ίσως και 35, αλλά η όψη της τής προσέθετε μιάμιση δεκαετία και πολύ μυστήριο.


Όσο μυστήριο προσθέτει μια μαύρη σκονισμένη μπλούζα που κάλυπτε ατσούμπαλα το παχουλό της σώμα. Σκόνη; Χώμα; Λάσπη; Ήταν φανερό ότι αυτή η γυναίκα επέστρεφε από την δουλειά της – δεν μπορώ να φανταστώ τι δουλειά ήταν αυτή, αλλά σίγουρα κάποια από εκείνες που κανείς δεν θέλει να κάνει, κάποιος πρέπει να κάνει και λίγοι αντέχουν να κάνουν.

Στη διπλανή θέση είχε αφήσει μια πλαστική σακούλα, από την οποία φαινόταν ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο. Το περίγραμμα των νυχιών της, μαύρο, και το πρόσωπό της, σκαμμένο και με εκείνο το ανεξίτηλο κατσούφιασμα που ζωγραφίζει ο μόχθος.

Μόχθος, σκαμμένο πρόσωπο, βιοπάλη… Πώς ξύπνησε έτσι η γλώσσα του Π.Α.Μ.Ε. μέσα μου; Ίσως γιατί το άλλο άκρο που συνηθίσαμε τόσα χρόνια, ακούγεται πλέον εξίσου άκαιρο: Στην πρώτη στροφή του λεωφορείου, μπόρεσα και ξεχώρισα λίγα στρας στην μαύρη, βρόμικη φούστα της.

Ρούχα από εκείνα που πολλές φίλες μου θα έσπευδαν να χαρακτηρίσουν «δεύτερα» ή «τελευταία», ρουφώντας μια τζούρα από το raspberry frapuccino τους.

Είναι τα «δεύτερα» ρούχα, στα οποία αυτή η γυναίκα δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία όταν αγόραζε, γιατί απλά δεν είχε αυτή την πολυτέλεια. Είναι τα «τελευταία» ρούχα που αγόρασε από τη λαϊκή 4 ευρώ χωρίς πολλή σκέψη, για να μπορούν τα παιδιά της να αγοράσουν τα δικά τους με λίγα ευρώ παραπάνω.

Είναι τα ρούχα που μπορεί να έχει, γιατί η πραγματικότητά της δεν της επέτρεψε να ξέρει τι επιτάσσει η τελευταία παραλαβή των Zara και των H&M.

Για μια στιγμή τα βλέμματά μας συναντήθηκαν, και ήταν από αυτές τις αμήχανες στιγμές, που δεν ξέρεις πώς να φερθείς. Από τη μία σκεφτόμουν να μην την κοιτάζω, για να μην νομίζει πως το βλέμμα μου είναι επικριτικό ή ακόμα χειρότερα βλέμμα οίκτου.

Από την άλλη, σκεφτόμουν να της χαμογελάσω για να άρω με κάθε σιγουριά την προηγούμενη πιθανότητα. Και τέλος, σκεφτόμουνα ήδη τι θα μπορούσε να σκέφτεται εκείνη για μένα, να μου λέει πόσο εύκολο είναι να την κοιτάζει υποτιμητικά κάποιος, κρυμμένος πίσω από την δύναμη που του δίνει απλώς ένα σιδερωμένο πουκάμισο, όσο εκείνη δεν έχει αντοχή ούτε να αποτελειώσει εκείνο το σάντουιτς στο αλουμινόχαρτο.

Όμως εκείνη, αντί να με κοιτάξει, και σίγουρα αντί να σκεφτεί όλα αυτά, έκανε κάτι άλλο, μέσα σε εκείνο το παλιό, βρόμικο λεωφορείο. Άνοιξε την τσάντα της, έβγαλε ένα μικρό μπουκαλάκι με αιθέρια έλαια, έβγαλε το πώμα, και το έφερε στη μύτη της.

Και έκλεισε τα μάτια της, μυρίζοντάς το για αρκετά λεπτά. Δεν μπορούσα παρά να κολλήσω για ώρα στη σκηνή: Μία ταλαιπωρημένη γυναίκα, με «δεύτερα» βρόμικα ρούχα και αχτένιστα μαλλιά, και μπροστά της ένα μπουκαλάκι, με το οποίο έμοιαζε εκστασιασμένη.

Στην επόμενη στάση σηκώθηκε, έβαλε το μπουκαλάκι στην τσάντα, πήρε και το μισοφαγωμένο σάντουιτς, και κατέβηκε. Φορούσε ακόμα την μπλούζα με το χώμα και την φούστα με τα στρας. Αλλά δεν ήταν καθόλου δεύτερη. Ήταν μια κοκέτα που μοσχοβολούσε, απλώς κλεισμένη στο βρόμικο περιτύλιγμα της πραγματικότητας.

Αυτής της πραγματικότητας που μάλλον της επέβαλε να γυρίσει εκείνη την ώρα στο σπίτι και να βάλει άλλο ένα μεροκάματο στον κουμπαρά. Ήταν μια πραγματική κυρία.