του Νικόλα Γεωργιακώδη

Η πολυπόθητη οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα ήταν ίσως το πιο πολυσυζητημένο θέμα του 2013 και, όπως όλα δείχνουν, θα συνεχίσει να απασχολεί την κοινή γνώμη και την πολιτική ηγεσία για αρκετό καιρό ακόμα. Τουλάχιστον μέχρι να τη δούμε.

Η αλήθεια είναι ότι αν ζητούσαμε από κάποιον να προβλέψει το μέλλον της ελληνικής οικονομίας για το 2014 θα του βάζαμε… δύσκολα, δεδομένου ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά για να εξάγει κανείς βέβαια συμπεράσματα.

Σε κάθε περίπτωση, απευθυνθήκαμε σε δύο διακεκριμένους οικονομολόγους, τον κ. Γιώργο Κωσταντινίδη Καθηγητή Χρηματοοικονομικής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και τον κ. Κώστα Μεγήρ, Καθηγητή Οικονομικών του Πανεπιστημίου Yale και τους ζητήσαμε να μοιραστούν μαζί μας τις εκτιμήσεις και τις σκέψεις τους για την νέα… ελληνική οικονομική χρονιά.

Η οικονομική ανάπτυξη(;) του 2014 «Όλα τα στατιστικά στοιχεία που έχω δει επιβεβαιώνουν ότι η οικονομία έφθασε στο ναδίρ της και είμαστε στο στάδιο της ανάκαμψης. Πιστεύεται γενικά ότι η ανάκαμψη θα είναι αργή. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 27,1 τοις εκατό κατά την προηγούμενη περίοδο τριών μηνών, σημειώνοντας τη δεύτερη συνεχόμενη πτώση σε τριμηνιαία ανεργία από το 2009. Αλλά παρέμεινε κοντά στο επίπεδο ρεκόρ του 27,4 % που 'χτύπησε' στο πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους», αναφέρει ο κ. Κωσταντινίδης (φώτο) για το ενδεχόμενο αναστροφής της οικονομικής ύφεσης, ενώ επισημαίνει πως η ανεργία θα βοηθήσει την οικονομική ανάπτυξη διότι μειώνει το κόστος εργασίας στην παραγωγή και αυξάνει την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών.

Από την πλευρά του ο κ. Μεγήρ πιστεύει ότι για να βρει ρυθμούς ανάπτυξης η χώρα θα πρέπει να καταλυθούν τα διάφορα κεκτημένα μικροσυμφέροντα που προστατεύουν την αγορά. «Στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή επιδοτούμε μια οικονομία μικρής παραγωγικότητας και χαμηλής καινοτομίας. Επιδοτούμε τον κάθε μικροεπιχειρηματία που εργάζεται στο περιθώριο της οικονομίας χωρίς να πληρώνει φόρους. Αυτό θα πρέπει να σταματήσει. Πρέπει από τη μια πλευρά να μην είναι τόσο ακριβή η επιχειρηματικότητα και από την άλλη να περιοριστεί η παραοικονομία. Όμως θα είναι λάθος αν πούμε να περιοριστεί η παραοικονομία, χωρίς να φτιάξουμε τη λειτουργικότητα της επίσημης οικονομίας», αναφέρει χαρακτηριστικά.

«Είτε έχουμε ύφεση είτε μια μικρή ανάπτυξη, αυτό δε θα αλλάξει ριζικά την εικόνα της ελληνικής οικονομίας, αφού κατά κάποιον τρόπο έχει γίνει μια τεράστια και αξιοθαύμαστη δημοσιονομική προσαρμογή, αλλά με επιφανειακό τρόπο -αυξάνοντας τη φορολογία. Θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι μπορεί να βοηθήσει στην οικονομική ανάπτυξη και το μόνο που μπορεί να οδηγήσει σε αυτήν είναι οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων και στην αγορά εργασίας. Έχουμε ήδη χάσει το 25% του εθνικού εισοδήματος, πόσο χειρότερα να πάμε;», αναρωτιέται ο κ. Μεγήρ (φώτο) και θέτει το ζήτημα της ύπαρξης μιας παρέμβασης η οποία θα μετασχηματίσει την ελληνική οικονομία κάνοντάς την από αναποτελεσματική σε δυναμική.

«Η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι το κέντρο της επιχειρηματικής δραστηριότητας και του εμπορίου με τη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια και την Βόρεια Αφρική. Μια γέφυρα Ανατολής και Δύσης, η οποία σε συνδυασμό με το καταπληκτικό ανθρώπινο δυναμικό που έχει να γίνει πρωτεργάτης και στην καινοτομία», λέει σχετικά.

Η σημασία των ξένων επενδύσεων και οι ελληνικές μετοχές Πώς μπορούν να έρθουν ξένες επενδύσεις στην χώρα και κατά πόσο αυτές θα μπορέσουν όντως να βοηθήσουν στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας; Σε ποια εμπόδια σκοντάφτουν;

«Σίγουρα οι ξένες επενδύσεις είναι ένα ισχυρό κίνητρο για οικονομική ανάπτυξη», αναφέρει σχετικά ο κ. Κωσταντινίδης. «Η κυβέρνηση μπορεί να ενθαρρύνει τις ξένες επενδύσεις με τη μείωση της γραφειοκρατίας, τη μείωση των φόρων και την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας», προσθέτει.

Ο κ. Μεγήρ από την πλευρά του θεωρεί πολύ σημαντικό παράγοντα τις επενδύσεις αυτές για την εγχώρια οικονομία και επισημαίνει τους λόγους για τους οποίους αυτές «μπλοκάρουν» στην Ελλάδα: «Μπαίνοντας στα παπούτσια ενός ξένου επενδυτή με 10 εκατομμύρια ευρώ ο οποίος σκέφτεται πού θα επενδύσει τα χρήματά του, στην Αγγλία, στη Γερμανία ή στην Ελλάδα, το πρώτο πράγμα που θα τον απασχολήσει είναι η πολιτική αστάθεια. Δεν θα επενδύσει σε μια χώρα όπου υπάρχει έλλειψη συμφωνίας για το ποιο πρέπει να είναι το οικονομικό μοντέλο. Αυτό το εμπόδιο δε φαίνεται να έχει γίνει σαφές στους Έλληνες πολιτικούς.»

Ένα ακόμα εμπόδιο είναι επίσης η κλεπτοκρατία. Όταν βγαίνουν στη φόρα όλα αυτά περί δωροδοκιών για εξοπλιστικά συστήματα, ο επενδυτής καταλαβαίνει ότι δεν ανταγωνίζεται στο ίδιο επίπεδο. Αν περιορίσουμε την αναποτελεσματικότητα του κράτους και την πολιτική αστάθεια, τότε θα μπορέσουμε να συζητήσουμε για επενδύσεις στη χώρα».

Όσον αφορά την πορεία των μετοχών του ελληνικού χρηματιστηρίου, αλλά και την κατάσταση της χρηματιστηριακής αγοράς στην Ελλάδα για το 2014, ο κ. Κωσταντινίδης αναφέρει:

«Οι τιμές των μετοχών αντανακλούν τις προσδοκίες της αγοράς για αύξηση των κερδών. Τα κέρδη θα αυξηθούν καθώς η οικονομία ανακάμπτει και οι εξαγωγές αυξάνονται. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την απελευθέρωση των αγορών κεφαλαίου και εργασίας, την ενθάρρυνση των ξένων επενδύσεων, τη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, καθώς και την απλοποίηση της γραφειοκρατίας. Η εμπιστοσύνη της αγοράς είναι επίσης ένας ισχυρός καθοριστικός παράγοντας για τις τιμές των μετοχών».

Ευρώ η δραχμή;

Ύστερα από πέντε χρόνια προσαρμογής, θα ήταν άραγε τα πράγματα για την οικονομία της Ελλάδας πιο εύκολα με ένα νόμισμα που θα είχε ευελιξία;

Όπως αναφέρει ο κ. Κωσταντινίδης, μια χώρα με δικό της νόμισμα έχει την ευελιξία να ασκήσει νομισματική πολιτική και να αντιμετωπίσει μια οικονομική ύφεση. «Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά την ανεξαρτησία του από το ευρώ για να κάνει ακριβώς αυτό. Όμως θεωρώ ότι η ελληνική έξοδος από τη ζώνη του ευρώ, θα μπορούσε να δημιουργήσει οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό χάος στην Ελλάδα, με μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες. Επιπλέον, δεν εμπιστεύομαι καμία ελληνική κυβέρνηση να ασκεί σύνεση στην εκτύπωση χρήματος, ανεξάρτητα από τον πολιτικό προσανατολισμό της», λέει χαρακτηριστικά.

«Έτσι όπως είμαστε αυτή τη στιγμή, το να φεύγαμε από το ευρώ θα ήταν καταστροφικό γιατί θα δημιουργούσε τεράστια μείωση του πλούτου. Όμως θα πρέπει να αναρωτηθούμε κάτι πιο βαθύ: το κατά πόσο η Ελλάδα θα έπρεπε να μπει στο ευρώ εξ’ αρχής. Το ευρώ είναι πολύ άσχημα σχεδιασμένο, γιατί είναι προϊόν πολιτικού σχεδιασμού. Δεν σχεδιάζεις ένα νόμισμα χωρίς δημοσιονομικό συντονισμό. Η Ευρώπη προσπάθησε να κάνει ένα κοινό νόμισμα με την ψευδαίσθηση ότι δεν χρειάζεται τραπεζικός συντονισμός. Αυτό είναι φαντασιοπληξία και αν δεν αλλάξουν οι θεσμοί, σε μερικά χρόνια θα έχουμε νέα κρίση», επισημαίνει σχετικά ο κ. Μεγήρ, και αναρωτιέται κατά πόσο η Ελλάδα θα έπρεπε εξ’ αρχής να μπει στην ζώνη του ευρώ, δεδομένου του ότι έχουμε ένα πολιτικό σύστημα «τόσο βαθιά διεφθαρμένο με πελατειακές σχέσεις».

«Η ρίζα της ελληνικής κρίσης είναι ο ακατάσχετος δανεισμός που ξεκίνησε το ’80 και οι μη παραγωγικές παροχές. Δημιουργήθηκε μια κατάσταση που δανειζόμασταν και όχι μόνο ξοδεύαμε τα λεφτά, αλλά τα χρησιμοποιούσαμε και για μια μη παραγωγική οικονομία», προσθέτει.

Ο ρόλος της Ε.Ε

Σύμφωνα με τον κ. Μεγήρ, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να βοηθήσει την Ελλάδα στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης.

«Έχουμε μια δυσλειτουργική οικονομία που δεν τραβά επενδύσεις και ένα τεράστιο χρέος. Εδώ μπαίνει ο ρόλος της Ε.Ε. πλέον, όχι τόσο ηθικά όσο πρακτικά. Αυτή τη στιγμή μπορούμε να θέσουμε το ερώτημα στους ευρωπαίους συνεταίρους μας: ‘Αυτό είναι το Ευρωπαϊκό όραμα;’. »

Το λάθος έγινε, είναι σαφές ότι η ευθύνη βρίσκεται στο ελληνικό κράτος, όμως η Ε.Ε. θα πρέπει να συνεχίσει να πιέζει για μεταρρυθμίσεις και παράλληλα να μειώνει το χρέος και να μοιραστεί το κόστος. Θεωρώ ότι κάτι τέτοιο τη συμφέρει. Μπορεί να χρησιμοποιήσει το χρέος ως μοχλό για να προωθήσει μεταρρυθμίσεις που θα κάνουν την ελληνική οικονομία δυναμική», καταλήγει.