Το καραβάκι το ξέρετε –κι όσα δεν ξέρατε για την παράδοση και την καταγωγή του, σας τα συστήσαμε πριν από λίγες μέρες στο θέμα για τις ρίζες της ελληνικής χριστουγεννιάτικης διακόσμησης. Πόσα, όμως, ξέρετε για τη βασιλόπιτα και τις… μαντικές της ικανότητες; Τι έχετε ακούσει για τη φωτιά που καίει στο τζάκι όλο το δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων; Και τι γνωρίζετε για τη θεσσαλική «γουρουνοχαρά»; Ξεκινάμε για μια βόλτα στα χριστουγεννιάτικα έθιμα σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, με οδηγό και χάρτη το Κέντρο Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών.

Η γουρουνοχαρά (ή, αν προτιμάτε τον επίσημο όρο, τα χοιροσφάγια)

Έθιμο ιδιαίτερα δημοφιλές στη Θεσσαλία του προηγούμενο αιώνα, το σφάξιμο των γουρουνιών έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα: 'τα χοιροσφάγια έχουν θυσιαστικό χαρακτήρα και απηχούν αρχαίες εξιλαστήριες και καθαρτήριες θυσίες που συνοδεύονται από μαγικές και δεισιδαιμονικές πράξεις, όπως τα μαντέματα', διαβάζουμε στην περιγραφή του εθίμου από το Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας.



Κάθε οικογένεια συγκεντρωνόταν με τις συγγενικές της και έσφαζαν κάθε μέρα και από έναν χοίρο. Η προετοιμασία απαιτούσε ιδιαίτερη φροντίδα και, φυσικά, γλέντι μέχρι το ξημέρωμα, όλο το δωδεκαήμερο. Για τη σφαγή ακολουθούνταν ιδιαίτερη εθιμοτυπία.

Για παράδειγμα το σφάξιμο γινόταν με ειδικό μαυρομάνικο μαχαίρι και θύτης ήταν ο αρχηγός της οικογένειας. Με το αίμα του ζώου σχημάτιζαν σταυρό στο μέτωπο των μικρών παιδιών για τον πονοκέφαλο.
Το ρύγχος του χοίρου καρφωνόταν στον τοίχο ή πάνω από την πόρτα για να διώχνει τους καλικαντζάρους, ενώ από τη σπλήνα και το συκώτι του μάντευαν το μέλλον της οικογένειας.

Χαρακτήρα αλληλεγγύης είχε, τέλος, η συνήθεια να στέλνουν 'τα σκουτελικά για ψυχικό' δηλαδή καλάθια με δώρα, κυρίως φαγώσιμα στα φτωχότερα μέλη της κοινότητας.

…Και να καούν τα κάρβουνα

Την ιστορία με τους καλικάντζαρους πιθανότατα την ξέρετε: Τα τερατόμορφα πλασματάκια που ζουν κάτω από τη Γη, πριονίζουν τον κορμό που την κρατάει στη θέση της όλο τον χρόνο. Τις ημέρες των Χριστουγέννων, όμως, κάνουν ένα διάλειμμα, αφήνουν κάτω τα πριόνια και φεύγουν εκδρομή στον πάνω κόσμο για να εκνευρίσουν τους κατοίκους του –κατά τη διάρκεια της απουσίας τους, το δέντρο που κρατά τη Γη στη θέση της προλαβαίνει να ξαναμεγαλώσει στο αρχικό του μέγεθος, κι όταν οι καλικάντζαροι επιστρέφουν, πιάνουν πάλι δουλειά από την αρχή, για άλλον έναν χρόνο.


Το έθιμο, λοιπόν, επιβάλλει η φωτιά στα σπίτια να καίει όλο το δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων, από την Παραμονή έως τις 7 Ιανουαρίου, για να κρατάει μακριά τους άτακτους καλικάντζαρους, οι οποίοι για κάποιον μυστήριο λόγο –ενώ ζουν στα έγκατα της Γης– τη φοβούνται.

Οι ένοικοι του σπιτιού επιλέγουν μάλιστα ξύλα δέντρων που αργούν να καούν, ακόμη και χλωρά, και τα 'παντρεύουν'. Και ο αριθμός των ξύλων ή το είδος του δέντρου συμβολίζει τον ιδιοκτήτη του σπιτιού ή το αντρόγυνο ή το αντρόγυνο και τον κουμπάρο'.



Στα Άγραφα 'την παραμονή των Χριστουγέννων παντρεύουν τη φωτιά τους. Βάνουν ξύλο αγριοκερασιάς για στοίχειωμα της νοικοκυράς και κέδρου για στοίχειωμα του νοικοκύρη. Και τα βάνουν χλωρά στη φωτιά, για να καούν'.

Στην Κέρκυρα βάζουν και τρίτο ξύλο, που συμβολίζει τον κουμπάρο, ενώ στη Λευκάδα ο νοικοκύρης, αφού τοποθετήσουν στη γωνιά δυο ξύλα, (ένα μεγάλο, ίσιο, αρσενικό, και ένα με παραφυάδες, θηλυκό) χύνουν επάνω σ’ αυτά λίγο λάδι και λίγο κρασί, ψάλλοντας δ’ αμέσως το 'Ευλογητός ει, Κύριε', ανάβει τα ζευγαρωμένα ξύλα.

Έτσι γίνεται το πάντρεμα της γωνιάς. Στη Θράκη 'ο σπιτονοικοκύρης κόβει τρία ξύλα τριών λογιών ίσαμε ένα μέτρο, απού δέντρα π’ κάνουν καρπό, και τα βάζ’ στου τζάκι απού βραδύς του Χριστού θα καίουνται απού λίγου, ώς την παραμονή των Φώτων'.

Η βασιλόπιτα

Όχι, δεν εννοούμε απαραίτητα το κέικ με το φλουρί που έχουμε συνηθίζει να κόβουμε με την αλλαγή του χρόνου σε σπίτια και γραφεία. Βασιλόπιτα είναι, βέβαια, και αυτή, αλλά 'η βασιλόπιτα του αστικού περιβάλλοντος', σύμφωνα με τον διαχωρισμό του Κέντρου Ελληνικής Λαογραφίας.

Η βασιλόπιτα στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και σε άλλα μέρη της Βορείου Ελλάδας είναι τυρόπιττα ή κρεατόπιτα, ενώ για τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία είναι γλύκισμα ή γλυκό ψωμί ζυμωμένο με διάφορα μυρωδικά. Οι Σαρακατσάνοι έφτιαχναν την πίτα το πρωί της παραμονής ανακατώνοντας μέσα στο ζυμάρι γάλα, βούτυρο και μέλι ή ζάχαρη και την έτρωγαν ανήμερα του Αγίου Βασιλείου για να πάει καλά η χρονιά.



Η βασιλόπιτα, αλλιώς γνωστή και ως κουλούρα, παρασκευαζόταν παραδοσιακά όπως και σήμερα σε όλη την Ελλάδα. Είτε έφτιαχναν χωριστά τη μαντική πίτα από τον εορταστικό άρτο είτε τα συνδύαζαν. Στη Θεσσαλία για παράδειγμα έφτιαχναν μια πίτα με φύλλα.

Έβαζαν μέσα ένα κέρμα, κλήμα, τριφύλλι, καλαμπόκι, σιτάρι, φασόλι και άχυρο, σύμβολα της κύριας ασχολίας των μελών της οικογένειας. Π.χ. ο αμπελουργός έβαζε μικρό κομμάτι από κλίμα, ο γεωργός σιτάρι ή άχυρο κ.λπ.
Το μεσημέρι ύστερα από το φαγητό ο πατέρας ή ο μεγαλύτερος της οικογένειας έκοβε την πίτα με τελετουργικό τρόπο.

Μερίδιο είχαν όλα τα μέλη, κατά σειράν ηλικίας, καθώς και οι ξενιτεμένοι, οι φιλοξενούμενοι, το σπίτι. Σε πολλές περιοχές κόβεται πρώτο το κομμάτι του Χριστού, δεύτερο της Παναγίας, τρίτο του Άη Βασίλη και ακολουθούν τα μέλη της οικογένειας.

Ο πατέρας γύριζε την πίτα πάνω στο τραπέζι, ώστε το τυχερό του καθενός να έρθει μπροστά του. Όταν έπαιρνε το κομμάτι του το παιδί φιλούσε το χέρι του γονέα. Το κέρμα έφερνε λεφτά, το κλήμα κρασιά, το τριφύλλι πρόβατα κ.ο.κ.

Επίσης πίστευαν ότι ανάλογα με το είδος του φυτού που έβρισκε το κάθε μέλος της οικογένειας θα έπρεπε να μεριμνά ιδιαίτερα για τη συγκεκριμένη καλλιέργεια κατά την διάρκεια της νέας χρονιάς.

Ταΐζοντας τη βρύση

Στην κεντρική Ελλάδα, παλαιότερα, οι νέες κοπέλες ξεκινούσαν αμίλητες το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων και συγκεντρώνονταν στην πιο κοντινή βρύση του χωριού, για να την αλείψουν με βούτυρο και μέλι προτού πάρουν νερό.

Το 'τάισμα' της βρύσης γινόταν για να τρέχει η ευτυχία στο σπίτι τους σαν το νερό και να είναι η ζωή γλυκιά σαν το μέλι. Στη συνέχεια, γέμιζαν τις στάμνες τους με το νερό και επέστρεφαν στα σπίτια τους χωρίς να πουν λέξη, εξ’ ου και η παράδοση του 'αμίλητου νερού'.

Οι κολόνιες

Από τα Επτάνησα προέρχεται το ευωδιαστό αυτό έθιμο, σύμφωνα με το οποίο, οι νέοι κατεβαίνουν στους δρόμους την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και ραντίζουν ο ένας τον άλλον με κολόνια και εύχονται 'καλή αποκοπή', να αποχωριστούν δηλαδή με το καλό τον παλιό χρόνο.

Οι στίχοι της Πρωτοχρονιάτικης καντάδας, την οποία παίζουν οι φιλαρμονικές στους δρόμους των νησιών λένε 'Πάλιν ακούσατε άρχοντες πάλι να σας ειπούμε/ ότι και αύριον εστί ανάγκη να χαρούμε/ και να πανηγυρίζουμε Περιτομήν Κυρίου/ την εορτή του Μάκαρος Μεγάλου Βασιλείου'.

Επιμέλεια: Ηρώ Κουνάδη