Λέγοντας αναιμία εννοούμε την παθολογική εκείνη κατάσταση στην οποία υπάρχει μείωση του αιματοκρίτου και της αιμοσφαιρίνης κάτω από το φυσιολογικό. Για μεν τους άνδρες οι φυσιολογικές τιμές του αιματοκρίτου κυμαίνονται από 40-54% και της αιμοσφαιρίνης από 13,5-18 g/dl ( γραμμάρια ανά 100 κυβικά εκατοστά αίματος).

Για τις γυναίκες οι αντίστοιχες φυσιολογικές τιμές του αιματοκρίτη κυμαίνονται από 34-47% και της αιμοσφαιρίνης από 11,5-16,5 g/dl.
Οι αναιμίες διακρίνονται ανάλογα με την αιτία που τις προκαλεί σ' αυτές που οφείλονται σε μειωμένη παραγωγή αίματος και σ' αυτές που οφείλονται σε αυξημένη απώλεια αίματος.

Στην πρώτη κατηγορία μπορεί να έχουμε αναιμία από έλλειψη διαφόρων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για την αιμοποίηση όπως π.χ. αναιμία από έλλειψη σιδήρου, βιταμίνης Β12 , φυλλικού οξέος, βιταμίνης C ή από κληρονομικές διαταραχές παραγωγής της αιμοσφαιρίνης όπως είναι η μεσογειακή και η δρεπανοκυτταρική αναιμία ή ακόμη και από αδυναμία παραγωγής αίματος λόγω επίκτητης βλάβης του μυελού των οστών (του μέρους δηλ.

όπου παράγεται το αίμα) οπότε έχουμε τις απλαστικές αναιμίες.

Στη δεύτερη περίπτωση μπορεί να έχουμε αναιμία από αυξημένη απώλεια αίματος όπως στις διάφορες αιμορραγίες ( η έμμηνος ροή και οι γαστρορραγίες είναι από τις πιο συνηθισμένες αιτίες αιμορραγιών ) ή από αυξημένη καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων όπως χαρακτηριστικά συμβαίνει στις αιμολυτικές αναιμίες.


Οι αιμολυτικές αναιμίες μπορεί να είναι συγγενείς δηλ. το παιδί γεννιέται με την πάθηση αυτή ή επίκτητες. Στις αιμολυτικές αναιμίες τα ερυθρά αιμοσφαίρια αιμολύονται δηλ. καταστρέφονται με εντονότερο και γρηγορότερο βαθμό με αποτέλεσμα να έχουν βραχύτερη διάρκεια ζωής απ' ότι τα φυσιολογικά ερυθρά αιμοσφαίρια.

Επειδή ο ρυθμός καταστροφής των ερυθρών αιμοσφαιρίων είναι ταχύτερος από αυτό της παραγωγής των γι' αυτό δημιουργείται ένα αρνητικό ισοζύγιο στα ερυθρά αιμοσφαίρια με αποτέλεσμα να εμφανίζεται αναιμία.

Πολλά είναι τα αίτια που μπορούν να προκαλέσουν επίκτητη αιμολυτική αναιμία μεταξύ των οποίων και η λήψη φαρμάκων ή η επαφή με διάφορες τοξικές ουσίες. Παρόλα αυτά στις περισσότερες περιπτώσεις επίκτητων αιμολυτικών αναιμιών το αίτιο δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί.