Τα ερυθρά αιμοσφαίρια μεταφέρουν την αιμοσφαιρίνη, μια πλούσια σε σίδηρο πρωτεΐνη , που συνδέεται με το οξυγόνο στους πνεύμονες και το μεταφέρει στους ιστούς σε όλο το σώμα. 

Αναιμία προκαλείται όταν δεν υπάρχει επαρκής αριθμός ερυθρών ή όταν τα ερυθρά δεν λειτουργούν φυσιολογικά. Διάγνωση αναιμίας τίθεται όταν βρίσκονται τιμές αιμοσφαιρίνης χαμηλότερες από 13.5g/dl στους άνδρες ή χαμηλότερες από 12g/dl σε γυναίκες. Οι φυσιολογικές τιμές στα παιδιά ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία.

Ο συχνότερος τύπος αναιμίας είναι η σιδηροπενική. Αυτή εμφανίζεται όταν υπάρχει έλλειψη σιδήρου στον οργανισμό. Προκαλείται συχνότερα λόγω απώλειας αίματος και σπανιότερα λόγω φτωχής απορρόφησης του σιδήρου.
Ο σίδηρος της τροφής απορροφάται από τα κύτταρα που επενδύουν τη γαστρεντερική οδό. Στο σώμα απορροφάται μόνο μικρό κλάσμα από το σίδηρο που καταναλώνουμε. Ο σίδηρος στη συνέχεια απελευθερώνεται στο αίμα και συνδέεται σε μια πρωτεΐνη, την τρανσφερρίνη, που τον μεταφέρει στο συκώτι. Στο συκώτι ο σίδηρος αποθηκεύεται ως φερριτίνη και απελευθερώνεται, όταν υπάρχει ανάγκη παραγωγής νέων ερυθρών από το μυελό των οστών.

Ποια είναι τα συμπτώματα της σιδηροπενικής αναιμίας;

Όταν κάποιος πάσχει από αναιμία, το σώμα του δεν έχει αρκετό οξυγόνο και μπορεί να παρουσιάζει ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω συμπτώματα:

  • Ανεξήγητη αδυναμία, έλλειψη ενέργειας
  • Δύσπνοια ή θωρακικό πόνο, ειδικά κατά την άσκηση
  • Ζάλη
  • Γρήγορο ή άρρυθμο σφυγμό
  • Πονοκέφαλο, ειδικά με την άσκηση
  • Κρύα πόδια- χέρια
  • Ωχρό- κίτρινο δέρμα
  • Απώλεια τριχών, εύθραυστα νύχια
  • Επώδυνη ή λεία γλώσσα, σκάσιμο στη γωνία του στόματος (γωνιακή χειλίτιδα)
  • Διαστροφή στη γεύση, με δίψα για πάγο, ασβέστη, κλπ

Ποιος κινδυνεύει να εμφανίσει σιδηροπενία;

Η σιδηροπενία είναι πολύ συχνή, ειδικά σε νέες γυναίκες και σε άτομα που ακολουθούν δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε σίδηρο.

Τον υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης σιδηροπενικής αναιμίας εμφανίζουν:

  • Γυναίκες με έμμηνο ρύση, ειδικά αν υπάρχει σημαντική και παρατεταμένη απώλεια αίματος
  • Γυναίκες εγκυμονούσες ή θηλάζουσες ή λεχώνες, καθώς στις καταστάσεις αυτές υπάρχει μεγάλη κατανάλωση σιδήρου
  • Ασθενείς που υποβλήθηκαν σε μεγάλη χειρουργική επέμβαση ή παρουσίασαν σημαντικό τραυματισμό
  • Ασθενείς που υποβλήθηκαν σε βαρϊατρική επέμβαση γαστρικού bypass για αντιμετώπιση παχυσαρκίας, λόγω κακής απορρόφησης του σιδήρου.
  • Χορτοφάγοι- ο σίδηρος από τα λαχανικά, ακόμα και από αυτά που είναι πλούσια σε σίδηρο, δεν απορροφάται το ίδιο καλά όπως ο σίδηρος από το κρέας, τα πουλερικά και το ψάρι.
  • Παιδιά που πίνουν πάνω από 2-3 ποτήρια γάλα αγελάδας την ημέρα (το γάλα της αγελάδας, όχι μόνο περιέχει λίγο σίδηρο, αλλά ελαττώνει παράλληλα και την απορρόφηση του σιδήρου και ερεθίζει τον εντερικό βλεννογόνο προκαλώντας χρόνια απώλεια αίματος.
  • Ασθενείς με ιστορικό πεπτικού έλκους

Άλλα λιγότερο συχνά αίτια σιδηροπενίας είναι:

  • Η απώλεια αίματος από το γαστρεντερικό σωλήνα λόγω φλεγμονής (γαστρίτιδα, οισοφαγίτιδα), ελκών στο στομάχι ή στο έντερο, αιμορροΐδων, αγγειοδυσπλασιών (αιμορραγούντων αγγείων που μοιάζουν με κιρσούς), λοιμώξεων, όπως η εκκολπωματίτιδα και όγκων στον οισοφάγο, το στομάχι, το λεπτό και το παχύ έντερο.
  • Η απώλεια αίματος από χρόνιες, υποτροπιάζουσες ρινορραγίες
  • Η απώλεια αίματος από τα νεφρά ή την κύστη
  • Συχνές αιμοδοσίες

Πώς γίνεται η διάγνωση της σιδηροπενικής αναιμίας;

Η διάγνωση τίθεται με αιματολογικές εξετάσεις, που πρέπει να περιλαμβάνουν μια Γενική Αίματος. Δοκιμασίες που δυνατόν να παραγγελθούν από το γιατρό σας είναι και η φερριτίνη ορού, ο σίδηρος οορού, η TIBC (ολική σιδηροδεσμευτική ικανότητα) και η τρανσφερρίνη. Ο ασθενής με αναιμία λόγω σιδηρπενίας παρουσίαζει χαμηλή αιμοσφαιρίνη (Hgb), χαμηλό αιματοκρίτη (Hct), χαμηλή φερριτίνη, χαμηλό σίδηρο ορού, υψηλή τρανσφερρίνη ή TIBC. H εξέταση του περιφερικού επιχρίσματος δείχνει μικρά και άδεια ερυθρά (μικροκυττάρωση, υποχρωμία)

Ποιες άλλες εξετάσεις θα πρέπει αν γίνουν αν διαγνωστεί σιδηροπενία;

Ο οικογενειακός γιατρός σας θα σας παραπέμψει σε περεταίρω εξετάσεις αν είναι απαραίτητες. Η σιδηροπενία είναι συχνή σε γυναίκες έγκυες και με έμμηνο ρύση, σε παιδιά και ασθενείς με διαιτητικό ιστορικό υπερβολικής πρόσληψης γάλατος αγελάδας ή πρόσληψης τροφών φτωχών σε σίδηρο. Ο ιατρός εξετάζοντας το ιατρικό και το διαιτητικό σας ιστορικό θα κρίνει αν χρειάζεστε περισσότερες εξετάσεις. Άνδρες, μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ή νεότερες γυναίκες με βαριά αναιμία δυνατόν να χρειάζονται:

  • Έλεγχο για αίμα στα κόπρανα
  • Έλεγχο του γαστρεντερικού, ανώτερου και κατώτερου, για ανωμαλίες με ενδοσκόπηση- γαστροσκόπηση, κολονοσκόπηση ή με εντεροσκοπική κάψουλα.
  • Έλεγχο των ούρων για αιματουρία
  • Γυναικολογική εξέταση, που δυνατόν να περιλαμβάνει διακολπικό υπέρηχο ή βιοψία του ενδομητρίου, σε γυναίκες με ανώμαλη ή αυξημένη έμμηνο ρύση.

Όταν δεν διαπιστώνεται σιδηροπενία, η αναιμία δυνατόν να οφείλεται σε κληρονομούμενες αιμοσφαιρινοπάθειες, όπως η μεσογειακή αναιμία, η δρεπανοκυτταρική αναιμία κλπ, αναιμία από έλλειψη βιταμίνης Β12 ή φυλλικού οξέος, αναμία από χρόνια νοσήματα ή φλεγμονές (χρόνια νεφρική νόσος, αυτοάνοσα νοσήματα κλπ). Αν ο οικογενειακός σας γιατρός δεν μπορεί να εξακριβώσει την αιτία της αναιμίας σας, θα σας παραπέμψει σε αιματολόγο, που είναι εξειδικευμένος στις διαταραχές του αίματος, για περεταίρω διερεύνηση.

Πώς θεραπεύεται η σιδηροπενία;

Ακόμα κι αν το αίτιο της σιδηροπενίας διαπιστωθεί και αντιμετωπιστεί, συνήθως είναι απαραίτητη η λήψη φαρμακευτικού σκευάσματος σιδήρου, ώστε να αποκατασταθεί η έλλειψη σιδήρου και οι αποθήκες του.
Συστήνεται η αυξημένη διαιτητική πρόσληψη σιδήρου, μέσω αύξησης του κόκκινου κρέατος και ειδικά οργάνων όπως το συκώτι, των πουλερικών, ειδικά συκωτιού και σκουρόχρωμου κρέατος, των ψαριών, ειδικά μαλάκιων, σαρδέλων, αντσούγιων και δημητριακών, μακαρονιών, ρυζιών κλπ εμπλουτισμένων με σίδηρο.

Ως απλούστερη και φθηνότερη επιλογή σιδηροθεραπείας από του στόματος, συστήνεται η λήψη 200 mg θειικού σιδήρου, υπό την μορφή δισκίων, δύο φορές την ημέρα και για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 3 μηνών μετά την αποκατάσταση της αναιμίας, ώστε να αποκατασταθούν και οι αποθήκες σιδήρου του οργανισμού. Ο σίδηρος θα πρέπει να λαμβάνεται με κενό στομάχι, 2 ώρες πρίν το γεύμα ή το δείπνο. Πιθανές παρενέργειες των σκευασμάτων σιδήρου, από την αλληλεπίδραση του με το γαστρεντερικό βλεννογόνο, είναι πόνος στο στομάχι, ναυτία, έμετοι, διάρροιες, δυσκοιλιότητα, ακόμα και κοπρόσταση, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους, και μαύρη χρώση των κοπράνων.

Χαμηλότερες δόσεις, από τις παραδοσιακές, δυνατόν να είναι αποτελεσματικές και καλύτερα ανεκτές. Άλλες μορφές σιδήρου (πχ γλυκονικός, φουμαρικός κλπ) δυνατόν να είναι καλύτερα ανεκτές από τον θειικό σίδηρο, αλλά πιθανώς με χαμηλότερη απορρόφηση. Παράλληλα υγρές μορφές σιδήρου (σταγόνες, σιρόπια) δυνατόν να χρωματίσουν «γκρι» τα δόντια.
Αν κάποιος λαμβάνει αντιόξινα, δεν πρέπει να λαμβάνει σίδηρο 2 ώρες πριν και 4 ώρες μετά τη λήψη αντιόξινου. Η βιταμίνη C βελτιώνει την απορρόφηση του σιδήρου και κάποιοι γιατροί συστήνουν τη λήψη 250-500 mg βιταμίνης C με το σίδηρο (δύο φορές την ημέρα).

Σε ασθενείς που δεν ανέχονται ή δεν ανταποκρίνονται στην από του στόματος χορήγηση σιδήρου δυνατόν να συστηθεί ενδοφλέβια χορήγηση σιδήρου. Η ενδοφλέβια χορήγηση σιδήρου δυνατόν να προκαλέσει αλλεργική αντίδραση σε ορισμένους ασθενείς, κάποιες φορές ιδιαίτερα σοβαρή. Θα πρέπει πάντα να χορηγείται μια δοκιμαστική δόση πριν την πρώτη έγχυση.

Στην προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της από του στόματος σιδηροθεραπείας, πρόσφατα κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, ένα σκεύασμα σιδήρου που εφαρμόζει μια καινοτόμο τεχνολογία στη μεταφορά και την απόδοση του σιδήρου, που εξασφαλίζει ταυτόχρονα υψηλή απορρόφηση και εξαιρετική ανεκτικότητα από το γαστρεντερικό. Ο σίδηρος περικλείεται σε μια δομή μεταφοράς από φυσικά συστατικά, φωσφολιπίδια και εστέρες λιπαρών οξέων με σουκρόζη και έτσι διέρχεται τον γαστρεντερικό βλεννογόνο, χωρίς να έρχεται σε άμεση επαφή με αυτόν, αποφεύγοντας τις γαστρεντερικές ενοχλήσεις και μεταφέρεται απευθείας στο συκώτι, όπου η δομή μεταφοράς του διασπάται και ο σίδηρος απελευθερώνεται. Επιτυγχάνεται αποτελεσματικότητα και γαστρεντερική ανοχή αντίστοιχη με τον ενέσιμο σίδηρο. Παράλληλα η απορρόφηση του σιδήρου δεν επηρεάζεται από την τροφή και μπορεί να λαμβάνεται οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας, με άδειο στομάχι, μαζί ή, και μετά το γεύμα.