Της Μαρίας Γ Κανάριου, Παιδιάτρου – Ανοσολόγου, Διευθύντρια ΕΣΥ, Τμήμα Ανοσολογίας - Ιστοσυμβατότητας

Οι Πρωτοπαθείς Ανοσοανεπάρκειες (ΠΑΑ) είναι η έκφραση φυσικώς προϋπάρχοντος ελλείμματος του ανοσοποιητικού συστήματος, έλλειμμα που οδηγεί σε διαταραχή της άμυνας και ισορροπίας που ο οργανισμός προσπαθεί να επιτύχει για την επιβίωσή του στο ξένο και συχνά εχθρικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα την εκδήλωση νόσου.

Παρ’όλες τις προόδους, το επιστημονικό και ιατρικό πεδίο γνώσεων για τις Πρωτοπαθείς Ανοσοανεπάρκειες παραμένει σε νηπιακή ηλικία, αλλά και με μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης. O παλιός ορισμός των Πρωτοπαθών Ανοσοανεπαρκειών, που αφορούσε σε σπάνια ενδογενή ελλείμματα που οδηγούν σε πολλαπλές, υποτροπιάζουσες, ευκαιριακές και θανατηφόρες λοιμώξεις στη νηπιακή ηλικία, έχει αναθεωρηθεί.

Βεβαίως, ανήκουν στα σπάνια νοσήματα, αλλά σαφώς αναγνωρίζεται ότι είναι πολύ συχνότερα απ’ ότι εθεωρείτο.

Σήμερα, ως Πρωτοπαθής Ανοσοανεπάρκεια ορίζεται η νόσος στην οποία το ανοσιακό σύστημα αδυνατεί να επιτύχει, μέσω αυτοπεριοριζόμενων μηχανισμών, την άμυνα του οργανισμού έναντι ζώντων και ανόργανων στοιχείων του περιβάλλοντος (λοιμογόνων ή μη), με παράλληλη διατήρηση της ανοχής στα δικά του στοιχεία.

Οι ΠΑΑ είναι νοσήματα με μεγάλο εύρος κλινικών εκδηλώσεων, μεγάλο δε ποσοστό τους είναι σοβαρά, χρόνια νοσήματα.

Συχνά ο ασθενής υποφέρει, εφ’ όρου ζωής, από συχνές, σοβαρές και επίμονες λοιμώξεις, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται ικανοποιητικά στη συμβατική θεραπεία και συχνά χρειάζονται εντατική θεραπεία. Τα παιδιά έχουν συχνές επισκέψεις στο Νοσοκομείο και υποφέρουν από ανεξήγητες ασθένειες, ενώ οι ενήλικες αδυνατούν να επιτύχουν μια φυσιολογική ζωή.

Η έγκαιρη διάγνωση με τη σωστή θεραπευτική αγωγή όχι μόνο είναι καθοριστική για τη ζωή και την ποιότητα ζωής του ασθενούς και της οικογένειάς του, αλλά συμβάλλει σε σημαντική περιστολή των δαπανών υγειονομικής φροντίδας.

Σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, στην Ευρώπη πάσχει 1 στα 2.000 άτομα, εκτίμηση όμως είναι ότι η επίπτωση στον πληθυσμό είναι σημαντικά υψηλότερη. Πανευρωπαικώς ο συνολικός πάσχων πληθυσμός υπολογίζεται στους 1.940.000 ανθρώπους και οι ταυτοποιημένες σήμερα ΠΑΑ είναι περισσότερες από διακόσιες (200), ενώ καθημερινά ο αριθμός τους αυξάνει.

Με τις σύγχρονες γνώσεις, τροποποιείται ο ορισμός τους, διαγιγνώσκονται συχνότερα και αναγνωρίζεται ότι μπορεί να είναι αιτία αυτοανόσων, αλλεργικών ή κακοήθων νοσημάτων, πιθανότατα δε πολλά από τα Ιδιοπαθή Σύνδρομα αντανακλούν μή αναγνωρισμένες μορφές ΠΑΑ.

Οι ΠΑΑ έχουν χαρακτηριστεί ως ‘in vivo πειράματα της φύσης’, η μελέτη των οποίων συμβάλλει καθοριστικά στην προώθηση της έρευνας, στην κατανόηση της ανάπτυξης των λειτουργιών του ανθρώπινου ανοσοποιητικού συστήματος και στην εξήγηση της ανοσοπαθογένειας των νόσων, συμβάλλει δε στην ακριβή πρόγνωση και την επιλογή της σωστής και έγκαιρης θεραπείας.

Ακόμη, η μελέτη τους οδηγεί στην ανάπτυξη σημαντικών σύγχρονων βιοθεραπειών. Η ανθρώπινη γ-σφαιρίνη, η μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων, η γονιδιακή θεραπεία και αρκετές από τις θεραπείες ανοσοπαρέμβασης (μονοκλωνικά αντισώματα, κυτταροκίνες και γενικότερα βιολογικούς παράγοντες) στηρίζονται στις γνώσεις που αποκτούμε από τους ασθενείς με ΠΑΑ.

Η έννοια της ανοσοανεπάρκειας είχε γίνει κατανοητή ήδη το 1926 όταν περιγράφηκε περίπτωση Αταξίας Τηλαγγειεκτασίας, αλλά ‘θεσμοθετίθηκε’ τo 1952, με τη διάγνωση αγαμμασφαιριναιμίας σε 8χρονο αγόρι, που είναι η πρώτη δημοσιευθείσα ανθρώπινη Πρωτοπαθής Ανοσοανεπάρκεια.

Τη δεκαετία του 1950, αναγνωρίστηκαν και περιγράφηκαν ανεπάρκειες του κυτταρικού σκέλους της ανοσίας (κυτταρική ανεπάρκεια) και στη συνέχεια η οντότητα της μικτής ανοσοανεπάρκειας (Βαρειά Μικτή Ανοσοανεπαρκεια - Severe Combined Immunodeficiency-SCID).

Το 1975, στα πλαίσια της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, γίνεται η πρώτη συνάντηση εμπειρογνωμόνων σε θέματα ανοσοανεπάρκειας, οπότε αρχίζει να χρησιμοποιείται κοινή γλώσσα για ταυτοποίηση των νοσημάτων και την επικοινωνία ιατρών και επιστημόνων.

Στη συνέχεια, οι πρόοδοι στην Ανοσολογία και η κατανόηση των ανοσοβιολογικών μηχανισμών, με τις παράλληλες εξελίξεις στη Γενετική και Μοριακή Βιολογία, έδωσαν και δίδουν τη δυνατότητα εξήγησης κλινικών εκδηλώσεων και αναγνώρισης νέων νοσημάτων.

Σήμερα, δίδεται έμφαση στην αναγνώριση και τον προσδιορισμό της μοριακής βάσης των ΠΑΑ.

Η κλινική παρατήρηση και η ανοσολογική σκέψη οδηγούν κατ’ αρχήν στην περιγραφή της νόσου και στη συνέχεια στον ερευνητικό σχεδιασμό, ώστε να διευκρινισθεί ο ανοσιακός μηχανισμός, γνώση που θα οδηγήσει σε αιτιολογική διάγνωση και κατά συνέπεια σε στοχευμένη, και άρα αποτελεσματική, θεραπεία.

Tο καλύτερο εργαλείο για τη σωστή διάγνωση και την πρόοδο στη θεραπευτική αντιμετώπιση των πρωτοπαθών ανοσοανεπαρκειών, όπως σε όλα τα σπάνια νοσήματα, είναι η συλλογή δεδομένων με την καταγραφή των ασθενών με βάση τη διάγνωση και την πορεία - εξέλιξη των αρρώστων.

Απαραίτητη είναι η συνεργασία σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να επιτευχθεί η από κοινού δράση, με σκοπό την ακριβή διάγνωση, την άνοδο του επιπέδου υγείας των συγκεκριμένων ασθενών και την ανάπτυξη νέων θεραπευτικών παρεμβάσεων.

Μέχρι τώρα, καθοριστικό ρόλο στην ταυτοποίηση των νοσημάτων και των υπεύθυνων γι’ αυτά γονιδίων έχει παίξει η πανευρωπαϊκή καταγραφή των περιστατικών ΠΑΑ στα πλαίσια της Ευρωπαικής Εταιρείας Ανοσοανεπαρκειών (ESID) και η πολύ σημαντική έρευνα που γίνεται διεθνώς.

Η εκπαίδευση στην Ανοσολογία και η συνεχώς αυξανόμενη επαγρύπνηση για την έγκαιρη διάγνωση, την έρευνα και την ορθή αντιμετώπιση θα ενισχύσει τη συνεργασία των ασθενών με το ιατρικό – επιστημονικό σώμα, θα προσθέσει καινούργιες γνώσεις στους ανοσοπαθογενετικούς μηχανισμούς και θα οδηγήσει στη σωστότερη περίθαλψη και ακριβέστερη - αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή τους και στην ανάπτυξη νέων θεραπειών, που θα βελτιώσουν το επίπεδο υγείας και κοινωνικής ζωής των ασθενών και των οικογενειών τους.