Ρινίτιδα και εγκυμοσύνη


Συμπτώματα από τη μύτη είναι συνηθισμένα στις εγκύους και σε ποσοστό περίπου 30%. Οι ορμόνες της εγκυμοσύνης έχουν συσχετισθεί με οίδημα του ρινικού βλεννογόνου, ενώ μπορεί έμμεσα να επηρεάζουν τη ροή του αίματος στην περιοχή, προκαλώντας κατά 40% αύξηση του κυκλοφορούντος όγκου αίματος, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε εκδήλωση σχετικής συμπτωματολογίας.

Ο θεράπων ιατρός πρέπει να εκτιμήσει και να διαγνώσει τον τύπο της ρινίτιδας που προκαλεί τα συμπτώματα από τη μύτη και στη συνέχεια με ιδιαίτερη προσοχή να συστήσει το κατάλληλο θεραπευτικό σχήμα το οποίο θα πρέπει να είναι αποτελεσματικό αλλά και ασφαλές για την έγκυο και το έμβρυο.

Ο συνήθης αλλεργιολογικός έλεγχος (δερματικές δοκιμασίες) δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης λόγω του πιθανού κινδύνου προκλήσεως συστηματικών αντιδράσεων (παρά το γεγονός ότι ο εν λόγω κίνδυνος είναι ελάχιστος) σε εξαιρετικά ευαίσθητες γυναίκες, οι οποίες θα έχουν δυνητικά επιπτώσεις και στην υγεία του εμβρύου.

Η αλλεργική ρινίτιδα είναι η πλέον συνήθης ρινίτιδα κατά την εγκυμοσύνη. Μπορεί να εκδηλωθεί για πρώτη φορά κατά την εγκυμοσύνη αλλά συνήθως προϋπάρχει.

Η ρινίτιδα αυτή χαρακτηρίζεται από φτερνίσματα, καταρροή, ρινικό κνησμό και ενίοτε επιπεφυκίτιδα. Μπορεί να είναι εποχική και συχνά πυροδοτείται από αλλεργιογόνα όπως ακάρεα οικιακής σκόνης, γύρεις και κατοικίδια ζώα. Η αποφυγή των αλλεργιογόνων (εφόσον είναι γνωστά) κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι κεφαλαιώδους σημασίας.

Επίσης σημαντικό ρόλο παίζει η αποφυγή του καπνίσματος το οποίο έχει αρνητικές επιδράσεις και στο έμβρυο αλλά και στη χρόνια ρινίτιδα / ιγμορίτιδα.

Εάν η ασθενής είναι σε πρόγραμμα ανοσοθεραπείας, η απευαισθητοποίηση πρέπει να συνεχισθεί με χαμηλότερες δόσεις. Ποτέ δεν αρχίζει ανοσοθεραπεία ασθενής που είναι έγκυος. Η δυσφορία που μπορεί να συνοδεύει τη ρινίτιδα κατά την εγκυμοσύνη μπορεί να μην είναι ανεκτή από τη γυναίκα που έχει και άλλα φυσικά ή ψυχολογικά ενοχλήματα.

Η ρινίτιδα μπορεί να επηρεάσει τη διατροφή, τον ύπνο και την συναισθηματική ισορροπία της εγκύου ή να επιδεινώσει προϋπάρχον άσθμα ή ιγμορίτιδα. Ο θεράπων ιατρός πρέπει να ζυγίσει τα υπέρ και τα κατά της χορηγήσεως θεραπείας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Πρέπει να γίνει κάθε προσπάθεια ώστε να υπάρχουν αποτελέσματα με το κατά το δυνατόν ελάχιστα φάρμακα και εφόσον έχουν εξαντληθεί άλλες λύσεις.

Για παράδειγμα, οι πλύσεις με φυσιολογικό ορό μπορεί να βοηθήσουν σημαντικά σε περιπτώσεις ξηρότητας, αιμορραγίας ή συμφορήσεως. Φάρμακα (χορηγούνται σκευάσματα που κυκλοφορούν επί σειρά ετών) πρέπει να χορηγούνται στις περιπτώσεις εκείνες που τα άλλα μέτρα ήταν αναποτελεσματικά και η κλινική συμπτωματολογία προκαλεί προβλήματα στην έγκυο. Ορισμένες φυτικές κυτταρίνες για ρινική χρήση μπορεί να δώσουν σχετικά καλά αποτελέσματα σε ήπιες ρινίτιδες. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να εκτιμώνται οι επιπτώσεις του φαρμάκου στην μητέρα και το έμβρυο αλλά και οι επιπτώσεις της νόσου επί της μητέρας και του εμβρύου.

Άσθμα και εγκυμοσύνη

Η έγκυος η οποία πάσχει από άσθμα αποτελεί ως είναι φυσικό ιδιαίτερη περίπτωση. Το κλειδί στην περίπτωση αυτή είναι ο έλεγχος των συμπτωμάτων.

Όταν το άσθμα είναι ελεγχόμενο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν αυξάνει τον κίνδυνο επιπλοκών για τη μητέρα ή το έμβρυο. Αντίθετα, το μη ελεγχόμενο άσθμα προκαλεί μείωση του οξυγόνου στο αίμα της εγκύου με αποτέλεσμα τη μείωση του οξυγόνου που φθάνει στο έμβρυο.

Σε σπάνιες περιπτώσεις μια σοβαρή ασθματική κρίση μπορεί να καταλήξει σε πρόωρο τοκετό ή σε αποκόλληση του πλακούντα.
Ο στόχος της αντιμετωπίσεως του άσθματος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι ο ίδιος που εφαρμόζεται και στις μη εγκύους ασθενείς: αποφυγή νοσοκομειακής νοσηλείας και επισκέψεως των τμημάτων επειγόντων περιστατικών αλλά και χαμένων εργατο-ωρών. Η αποφυγή των αλλεργιογόνων συμπεριλαμβανομένων και των κατοικίδιων ζώων, του καπνίσματος και των αλκοολούχων ποτών είναι εξαιρετικά σημαντικά μέτρα για τον έλεγχο του άσθματος.

Η ασθματική έγκυος πρέπει να παρακολουθείται συστηματικά και η φαρμακοθεραπεία της να είναι υπό την επίβλεψη ειδικού, ιδίως κατά το πρώτο 3μηνο της κυήσεως και παρά το γεγονός ότι τα περισσότερα αντιασθματικά φάρμακα θεωρούνται ασφαλή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Τα φάρμακα δεν φαίνονται να σχετίζονται με συγγενείς διαμαρτίες ή με ανεπιθύμητες επιδράσεις επί του εμβρύου.
Είναι γνωστό εξάλλου ότι «όταν η μητέρα δυσπνοεί, δυσπνοεί και το έμβρυο». Τα εισπνεόμενα φάρμακα προτιμώνται έναντι των από του στόματος λαμβανομένων και τούτο γιατί ελάχιστη ποσότητα φαρμάκου εισέρχεται στην αιματική κυκλοφορία.

Η ανοσοθεραπεία (ενέσιμη ή υπογλώσσια), μπορεί να συνεχισθεί με χαμηλότερες δόσεις, ενώ ποτέ δεν αρχίζει απευαισθητοποίηση κανείς σε έγκυο λόγω του κινδύνου εκδηλώσεως αναφυλακτικών αντιδράσεων. Η εγκυμοσύνη μπορεί να επηρεάσει τη σοβαρότητα του άσθματος αν και ορισμένες γυναίκες αισθάνονται καλύτερα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους, ενώ άλλων η κατάσταση παραμένει αμετάβλητη. Σε πολλές εγκύους η ασθματική συμπτωματολογία ελαττώνεται κατά τις 4 τελευταίες εβδομάδες πριν από τον τοκετό, γεγονός που μπορεί να οφείλεται στην προσταγλανδίνη Ε η οποία εκκρίνεται κατά την περίοδο εκείνη σε συνδυασμό με την άσκηση μικρότερης πιέσεως εκ μέρους του εμβρύου προς τους γειτονικούς του πνεύμονες.

Η επιδείνωση του άσθματος κατά τη διάρκεια του τοκετού είναι εξαιρετικά σπανία με την προϋπόθεση ότι πρόκειται για άσθμα καλώς ελεγχόμενο. Ίσως συμβάλλει και η αυξημένη έκκριση αδρεναλίνης από τον οργανισμό κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του τοκετού. Η πορεία του άσθματος είναι συνήθως η αυτή με εκείνη που εκδηλώθηκε στην πρώτη εγκυμοσύνη.