Επειδή είναι γνωστό ότι τα τροφικά αντιγόνα διέρχονται τον πλακούντα και εκκρίνονται στο μητρικό γάλα, η αποφυγή ορισμένων εντόνως αλλεργιογόνων τροφών κατά την διάρκεια της κυήσεως και της γαλουχίας σε οικογένεις όπου ο ένας ή και οι δύο γονείς πάσχουν από ατοπικές παθήσεις, θα μπορούσε να έχει ευνοϊκά αποτελέσματα για το έμβρυο ή το νεογνό.

Προκειμένου να είναι επιτυχής η πρόληψη της νόσου είναι απαραίτητη η αναγνώριση των νεογνών υψηλού κινδύνου. Η συνολική συχνότητα της αλλεργίας στα νεαρά παιδιά είναι 20%. Eάν κανένας εκ των γονέων δεν είναι αλλεργικός η συχνότητα είναι 13% και εγγίζει το 29% όταν ένας εκ των γονέων πάσχει από ατοπική πάθηση και το 47-70% εάν αμφότεροι οι γονείς είναι αλλεργικοί.

Το 70% των βρεφών που εμφανίζουν δυσανεξία στο αγελαδινό γάλα έχουν θετικό οικογενειακό ιστορικό ατοπίας.

Η μέτρηση της IgE στον ορό των νεογνών ή των βρεφών (ή ακόμη και στο αίμα του ομφαλίου λώρου) θα μπορούσε να αποτελέσει τον οδηγό για την αναγνώριση του παιδιού που κινδυνεύει να εμφανίσει κάποια αλλεργική πάθηση. Στα μη αλλεργικά βρέφη τα επίπεδα της ΙgE είναι συνήθως μικρότερα των 0.5 ΙU/ml ενώ τα βρέφη με υψηλότερες τιμές έχουν την τάση εμφανίσεως ατοπικών νοσημάτων.

Θεραπευτική αντιμετώπιση

Η αποφυγή των συγκεκριμένων τροφικών αλλεργιογόνων είναι ασφαλής, αποτελεσματική, εύκολη και αποτελεί την θεραπεία εκλογής σε περιπτώσεις τροφικής αλλεργίας. Η υπερευαισθησία σε κάποιο τρόφιμο είναι δυνατόν να ελαττωθεί με την πάροδο του χρόνου ιδίως στα βρέφη και τα νεαρά παιδιά.

Έτσι τα περισσότερα παιδιά υπερνικούν την ευαισθησία τους στο αγελαδινό γάλα στην ηλικία των 2 ετών ενώ ένα μικρό ποσοστό εξ αυτών την διατηρεί για αρκετά χρόνια. Κατά την διάρκεια της βρεφικής ηλικίας η καλύτερη αποφυγή των αλλεργιογόνων τροφικής προελεύσεως επιτυγχάνεται με τον μητρικό θηλασμό παρά το γεγονός ότι τα τροφικά αντιγόνα ανιχνεύονται στο γάλα της μητέρας.

Όταν, για διάφορους λόγους, ο θηλασμός είναι αδύνατος και η ευαισθησία στο αγελαδινό γάλα είναι τεκμηριωμένη, συνιστάται η χορήγηση ειδικών παρασκευασμάτων ελευθέρων γάλακτος. Η χορήγηση των παραδοσιακών Η1-αντιϊσταμινικών περιορίζεται στην αντιμετώπιση των ανεπιθύμητων τροφικών αντιδράσεων (ρινοεπιπεφυκίτιδα, κνίδωση/ αγγειοοίδημα) που οφείλονται στην έκλυση ισταμίνης ενώ έχουν ανακοινωθεί αρκετές εργασίες στις οποίες η χρωμολίνη (Lomudal®) επέτρεψε την κατανάλωση τροφίμων που αποδεδειγμένα προκαλούσαν ανεπιθύμητες αντιδράσεις.

Η χορήγηση κορτικοστεροειδών επιφέρει δραματική βελτίωση της αλλεργικής γαστρεντεροπάθειας που προκαλείται από την κατανάλωση γάλακτος, σε προσωρινή πάντοτε βάση, ενώ πολύ καλά αποτελέσματα έχουν χορηγούμενα σε περιστατικά ηωσινοφιλικής γαστρεντερίτιδας με συνοδό τροφική αλλεργία.

Η από του στόματος απευαισθητοποίηση δεν έχει επιδείξει ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα και κατά συνέπεια δεν συνιστάται για την θεραπευτική αντιμετώπιση της τροφικής αλλεργίας. Η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων βασίζεται στην έγκαιρη χορήγηση αντιισταμινικών και αδρεναλίνης.

Η τελευταία χορηγείται όταν υπάρχουν αναπνευστικά και καρδιαγγειακά συμπτώματα ή όταν η αντίδραση εξελίσσεται και αφορά δύο ή περισσότερα συστήματα.

Το φάρμακο αυτό κυκλοφορεί σε μορφή αυτο-ένεσης που μπορεί να γίνει από τον ίδιο τον ασθενή ενδομυικά στον μηρό του ακόμη και πάνω από το παντελόνι του. Κυκλοφορεί σε μορφή για ενήλικες και για παιδιά. (κάτω των 25 κιλών).

 

Συνιστάται οι ασθενείς να έχουν πάντα μαζί τους δύο (2) αυτο-ενέσεις αδρεναλίνης και αντιισταμινικά χάπια (αλλά και χάπια κορτιζόνης για την περίπτωση της δι-φασικής αντίδρασης).

 

Ιδιαίτερα χρήσιμο είναι ο ασθενής με τροφικής αλλεργία (αλλά και φαρμακευτική) να φορά το ειδικό κόσμημα (Medic Alert) που δίνει πληροφορίες στο υγειονομικό προσωπικό του ΕΚΑΒ που επιλαμβάνεται της περιπτώσεως σε περίπτωση απώλειας των αισθήσεων του ασθενούς.

Σε νοσοκομειακό περιβάλλον χορηγούνται επίσης οξυγόνο, φάρμακα για τον βρογχόσπασμο και κορτιζόνη (κυρίως για το ενδεχόμενο εκδήλωση δι-φασικής αλλεργικής αντίδρασης). Εάν εκδηλωθούν και άλλα συμπτώματα αντιμετωπίζονται αναλόγως.

Τροφική αλλεργία και ποιότητα ζωής

Οταν η τροφική αλλεργία σε βασικά τρόφιμα (π.χ. γάλα, αυγό) παραμένει επί μακρόν τότε μπορεί να επηρεάσει σημαντικά και την ποιότητα ζωής του ασθενούς. Πέρα από τη στενή συνεργασία με τον Αλλεργιολόγο υπάρχουν πολλές και καλές ιστοσελίδες υποστήριξης που παρέχουν πλειάδα πληροφοριών, συνταγές ανά περίπτωση ευαισθησίας κλπ.