Παρά το γεγονός ότι η αιτιολογία των ρινικών πολυπόδων είναι άγνωστη φαίνεται ότι και εδώ κυρίαρχο ρόλο παίζουν τα σιτευτικά κύτταρα. Οι ρινικοί πολύποδες απαντώνται συχνότερα σε μη αλλεργικούς ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερες των 20 ετών, ενώ η συχνότητα στα παιδιά είναι εξαιρετικά χαμηλή.

Κάθε παιδί ηλικίας 14 ετών ή μικρότερο, με ρινικούς πολύποδες, θα πρέπει να ελέγχεται και προς τη κατεύθυνση της κυστικής ινώσεως.

Γενικά, εκτιμάται ότι 1 έως 20 ενήλικες στους 1000 εμφανίζει ρινικούς πολύποδες σε κάποια στιγμή της ζωής του. Η πολυποδεκτομή δεν αποτελεί πλέον τη θεραπεία εκλογής για τη συνήθη ρινική πολυποδίαση. Αντίθετα τα νεότερα δεδομένα συνηγορούν στην επί 10ήμερο συστηματική χορήγηση κορτικοστεροειδών από το στόμα με σταδιακή μείωση της δοσολογίας.


Στη συνέχεια, στους ασθενείς πρέπει να χορηγούνται τοπικά κορτικοστεροειδή με την επιφύλαξη ότι η επί μακρόν χρησιμοποίηση παραγόντων αυτού του είδους μπορεί να επιφέρει καταστολή του υποθαλαμικού- υποφυσιακού- επινεφριδικοού άξονα.

Η χειρουργική αντιμετώπιση των υποτροπιαζόντων πολυπόδων θα πρέπει επίσης να συνοδεύεται από μετεγχειρητική χορήγηση τοπικών στεροειδών και αντιμετώπιση της συνυπάρχουσας αλλεργικής ρινίτιδας.

Διαφορική διάγνωση

Οι ασθενείς με παθήσεις της ρινός προσέρχονται συνήθως για εξέταση αιτιώμενοι ρινική απόφραξη και ή ρινόρροια, συμπτώματα που είναι δυνατόν να οφείλονται σε λοιμώδη αλλά και μη λοιμώδη αίτια. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι ιογενείς λοιμώξεις, οι λοιμώξεις από μύκητες και ζύμες, η ανεπάρκεια της ανοσοσφαιρίνης Α, οι λοιμώξεις από συγκεκριμένο μικροοργανισμός (πχ.

σύφιλις), το AIDS κά. Στις ρινίτιδες από μη λοιμώδη αίτια συμπεριλαμβάνονται: η ετερόπλευρη ατρησία των ρινικών χοανών (ρωθώνων), οι αδενοειδείς εκβλαστήσεις, η μεγάλη σκολίωση του ρινικού διαφράγματος, οι όγκοι της μύτης (καλοήθεις και κακοήθεις), η λήψη φαρμάκων (πχ.

αντισυλληπτικών, αντιυπερτασικών), η εγκυμοσύνη, ο υποθυρεοειδισμός, το άγχος και εν γένει, οι διαταραχές του συναισθήματος.
 
Διάγνωση

Η περισσότερο χρήσιμη διαγνωστική δοκιμασία στη προσπάθεια εκτίμησης μιας ρινίτιδας είναι η προσεκτική λήψη του ιστορικού του ασθενούς. Η υποψία τίθεται από το ιστορικό και τα τυπικά συμπτώματα μετά από έκθεση σε εισπνεόμενα αλλεργιογόνα και επιβεβαιώνεται με το συσχετισμό των κλινικών ευρημάτων με τα ευρήματα των κλινικο-εργαστηριακών εξετάσεων.

Βασική εξέταση προς την κατεύθυνση αυτή είναι οι αλλεργικές δερματικές δοκιμασίες δια νυγμού (αλλεργικά tests)οι οποίες είναι ανώδυνες, αναίμακτες και οικονομικά συμφέρουσες.

Η εργαστηριακή εξέταση RAST για την εκτίμηση των κυκλοφορούντων ειδικών IgE αντισωμάτων κατά των διαφόρων αλλεργιογόνων υιοθετείται σε ειδικές περιπτώσεις (πχ. σε παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών ή σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιισταμινικά), ως διαγνωστικό μέσο στη διαγνωστική προσπέλαση της αλλεργικής ρινίτιδας.

Επειδή σε σχετικά πρόσφατες μελέτες διαπιστώθηκε ότι τα IgE αντισώματα μπορεί να είναι παρόντα στις ρινικές εκκρίσεις χωρίς να διαπιστώνεται η παρουσία τους με τις δερματικές δοκιμασίες ή να ανιχνεύονται στον ορό, η εφαρμογή της ρινικής διαδικασίας πρόκλησης μπορεί να αποβεί χρήσιμη στην εκτίμηση του ασθενούς με αρνητικές τις δερματικές δοκιμασίες που φαίνεται ότι αντιδρά σε συγκεκριμένο αλλεργιογόνο.

Επιπλοκές

H αμιγής εποχιακή αλλεργική ρινίτιδα συνοδεύεται από ελάχιστες επιπλοκές. Αντίθετα, στα άτομα με ολοετή ρινίτιδα αλλεργικού και μη-αλλεργικού τύπου, είναι δυνατόν να παρατηρηθούν υποτροπιάζουσες λοιμώξεις των ανωτέρων αναπνευστικών οδών, ωτίτιδες και παραρινοκολπίτιδες.

Μήπως το 'άτακτο' παιδί του δημοτικού ή ο 'κακός' μαθητής, δεν ακούει καλά ή έχει ακόμη και πλήρη ετερόπλευρη κώφωση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συγκεντρωθεί και να αποδώσει ή να κάτσει φρόνιμος κατά τη διάρκεια των μαθημάτων λόγω υφισταμένης αλλεργίας του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος; Τέλος, σε ορισμένες περιπτώσεις (περίπου 25%) το εξωγενές (αλλεργικό) άσθμα αποτελεί φυσική συνέχεια της αλλεργίας του ανώτερου αναπνευστικού.

Θεραπευτική αντιμετώπιση

Ο στόχος της θεραπείας των ασθενών με αλλεργική ρινίτιδα είναι η επίτευξη της μέγιστης συμπτωματικής ανακούφισης με όσο το δυνατόν λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Η πλέον πρακτική και αποτελεσματική θεραπευτική αντιμετώπιση στηρίζεται στην αποφυγή των αλλεργιογόνων και την ανακούφιση των συμπτωμάτων με φάρμακα.

Η αποφυγή της έκθεσης σε συγκεκριμένα αλλεργιογόνα είναι μια απλή και αποτελεσματική μέθοδος, αν και μερικές φορές είναι δύσκολη η εφαρμογή της εξ αιτίας του αερομεταφερόμενου των γύρεων, της καθημερινής παρουσίας της σκόνης στο σπιτικό περιβάλλον και του εμπλουτισμού της σκόνης από μύκητες που αφθονούν στο περιβάλλον.

Τα ανωτέρω από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τις σύγχρονες συνθήκες κατοικίας και διαβίωσης καθιστούν την αποφυγή του υπεύθυνα αλλεργιογόνου, μια ιδιαίτερα πολύπλοκη και δυσχερή υπόθεση.

Tα φάρμακα που χορηγούνται, είτε ως μονο-θεραπεία, είτε ως συνδυασμοί, στην αντιμετώπιση της αλλεργικής ρινίτιδας είναι αντιισταμινικά (από το στόμα και με μορφή spray), τοπικά κορτιζονούχα sprays και τοπικά αντιφλεγμονώδη sprays.

Τα άτομα εκείνα που δεν ανταποκρίθηκαν με επιτυχία στη φαρμακοθεραπεία, εμφάνισαν διάφορες ανεπιθύμητες ενέργειες από τα φάρμακα ή δεν κατέστη εφικτή η αποφυγή των αλλεργιογόνων τα οποία κατά κύριο λόγο ευθύνονται για τα αλλεργικά συμπτώματα, θα πρέπει να παραπέμπονται στον Αλλεργιολόγο προκειμένου μετά από προσεκτική εκτίμηση της κατάστασής τους, να υποβληθούν σε θεραπεία ειδικής απευαισθητοποιήσεως (ανοσοθεραπεία) η οποία μπορεί να είναι εναίσιμη ή υπογλώσσια.

Tα νεώτερα δεδομένα συνηγορούν υπέρ της κατά το δυνατόν πρώιμης έναρξης της ανοσοθεραπείας ενώ πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι με τη βοήθειά της μπορεί να προληφθεί η εξέλιξη της ρινίτιδας σε άσθμα. Τέλος, σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται και χειρουργική παρέμβαση η οποία όμως μετεγχειρητικά πρέπει να συνδυάζεται με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή.