Η φυματίωση αποτελεί σήμερα μία από τις πιο εκτεταμένες και θανατηφόρες νόσους στον κόσμο. Ενώ η επίπτωση της φυματίωσης με την ανάπτυξη της ιατρικής και τη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής έχει μειωθεί δραματικά στην Ευρώπη και στη Β.

Αμερική, στον υπόλοιπο κόσμο συνεχίζει να αποτελεί μία από τις βασικότερες αιτίες θανάτου. Η παγκοσμιοποίηση σε συνδυασμό με τη δραματική αύξηση που παρουσιάζουν τα κρούσματα φυματίωσης σε ασθενείς με AIDS κινδυνεύουν να καταστήσουν τη φυματίωση τη νέα αναδυόμενη απειλή σε χώρες όπου αυτή είχε πρακτικά εξαφανιστεί.

Η μόλυνση από το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης ξεκινά όταν ένα ευπαθές άτομο εισπνεύσει με τον αέρα μολυσμένα σταγονίδια. Τα σταγονίδια εκτοξεύονται με το βήχα, το φτάρνισμα, την ομιλία. Η στενότητα και η διάρκεια της επαφής, ο βαθμός μολυσματικότητας του ασθενούς και το περιβάλλον στο οποίο έλαβε χώρα η επαφή είναι καθοριστικοί παράγοντες για τη μόλυνση.

Ο συνωστισμός σε δωμάτια με κακό εξαερισμό όπου ευρίσκεται ο φυματικός ασθενής, είναι σύμφωνα με μελέτες καθοριστικός, διότι αυξάνει τη στενότητα της επαφής με τον άρρωστο.

Η παράνομη εισδοχή μεταναστών μετά από παράκαμψη υγειονομικών ελέγχων από περιοχές της Αφρικής και των ανατολικών χωρών με υψηλό επιπολασμό της νόσου, έχει αυξήσει τα κρούσματα φυματίωσης στην κατηγορία αυτή των μεταναστών και αυτό πρέπει να το γνωρίζουν τα άτομα που προτίθενται να απασχολήσουν μετανάστες, ιδιαίτερα ως οικιακό προσωπικό.

Εάν ένα άτομο ανήκει σε ομάδα υψηλού κινδύνου για αυξημένη έκθεση σε μυκοβακτηρίδια (εάν επί παραδείγματι είναι εργαζόμενος σε ιδρύματα μακροχρόνιας περίθαλψης και έρχεται σε επαφή με τους τροφίμους) πρέπει να υποβάλλεται σε περιοδικούς ελέγχους με mantoux.

Η δοκιμασία mantoux, γίνεται με ενδοδερμική ένεση φυματίνης στην παλαμιαία επιφάνεια του αντιβραχίου και αξιολόγηση της περιοχής της δερμοαντίδρασης ανάλογα με τη διάμετρο της σκληρίας σε mm, εντός 48-72 ωρών. Ορισμένες κατηγορίες ατόμων με αυξημένη έκθεση πρέπει να εμβολιάζονται με το εμβόλιο.

Μετά την έκθεση στο μυκοβακτηρίδιο, σημαντικός είναι ο ρόλος της ενδογενούς άμυνας του οργανισμού. Έτσι το κάπνισμα, η κακή διατροφή, ο υποσιτισμός, νοσήματα όπως το AIDS, ο διαβήτης, η νεφρική ανεπάρκεια, ιδιαιτέρως όταν δεν αντιμετωπίζονται σωστά ιατρικώς, φάρμακα όπως η κορτιζόνη, θανατηφόρες συνήθειες όπως η ενδοφλέβια χρήση ναρκωτικών αυξάνουν την ευπάθεια μετά την έκθεση.

Ο βαθμός της πτώσης της άμυνας διαφέρει ανάλογα με την περίπτωση. Ο ιός του AIDS, επί παραδείγματι, επιδρά εξαιρετικά τοξικά στην κυτταρική ανοσία και αποτελεί σύμφωνα με μελέτες τον ισχυρότερο παράγοντα κινδύνου για επιθετική λοίμωξη, στις αναπτυγμένες χώρες.

Η ευπάθεια αυξάνει στα νεαρά άτομα και στους ηλικιωμένους.
Το βακτηρίδιο της φυματίωσης των βοοειδών (μυκοβακτηρίδιο M.Bovis) ήταν κάποτε σημαντικό αίτιο φυματίωσης από κατανάλωση μη παστεριωμένου μολυσμένου γάλακτος, αλλά σήμερα αποτελεί αίτιο μικρού αριθμού κρουσμάτων σε αναπτυσσόμενες χώρες.

Η μόλυνση από μυκοβακτηρίδια της φυματίωσης δεν συνεπάγεται απαραίτητα την άμεση εκδήλωση της νόσου. Η πλειονότητα των προσβεβλημένων ατόμων αναπτύσσουν τη φυματίωση έως και δύο χρόνια από την αρχική μόλυνση, ενώ σε αρκετά άτομα τα βακτηρίδια παραμένουν σε λανθάνουσα κατάσταση, για να δραστηριοποιηθούν εκ νέου και να προκαλέσουν νόσο μετά από αρκετά χρόνια.

Η ανυπαρξία συμπτωμάτων αμέσως μετά την έκθεση είναι συχνό φαινόμενο και καθιστά επιβαλλόμενο τον έλεγχο σε άτομα που ήλθαν σε επαφή με φυματικό άτομο.

Η φυματιώδης νόσος διακρίνεται σε πνευμονική και εξωπνευμονική. Πριν εμφανιστεί η λοίμωξη από τον ιό του AIDS περισσότερο από το 80% των περιπτώσεων της φυματίωσης είχαν πνευμονική εντόπιση. Τα τελευταία όμως χρόνια αυτό έχει αρχίσει να αλλάζει.

Υπάρχουν μάλιστα περιπτώσεις στις οποίες η φυματίωση έχει ταυτόχρονα πνευμονική και εξωπνευμονική εντόπιση, ιδιαιτέρως όταν συνυπάρχει λοίμωξη από τον ιό του AIDS. Ανάλογα με το όργανο που προσβάλλεται στη φυματίωση προκύπτουν και τα αντίστοιχα συμπτώματα.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η λοίμωξη με εμφάνιση συμπτωμάτων μετά την αρχική μόλυνση μπορεί να γίνει μετά από χρόνια από την έκθεση, λόγω δραστηριοποίησης βακτηριδίων που παραμένουν επί χρόνια σε λανθάνουσα κατάσταση στον οργανισμό.

Επίσης, σε αρκετά άτομα εμφανίζονται μόνο ήπια ή γενικά συμπτώματα, όπως απώλεια βάρους ή νυχτερινές εφιδρώσεις, ενώ ο πυρετός που σε άλλα λοιμώδη νοσήματα είναι προεξάρχον σύμπτωμα είναι δεκατικός ή απουσιάζει!

Επί πνευμονικής εντόπισης της φυματίωσης μπορεί να εμφανιστεί κόπωση, απώλεια βάρους, εφίδρωση, δύσπνοια, άνοδος της θερμοκρασίας του σώματος, βήχας, αιμόπτυση.
Επί φυματιώσεως των ανώτερων αναπνευστικών οδών μπορεί να εμφανιστεί κόπωση, άνοδος της θερμοκρασίας του σώματος, απώλεια βάρους, εφίδρωση, βήχας, αιμόπτυση, βράχνιασμα ή δυσφαγία.


Επί πλευρίτιδας, βήχας, δύσπνοια, θωρακικός πόνος.
Επί φυματιώσεως του ουροποιητικού οσφυαλγία, συχνουρία, τσούξιμο, δυσουρία, αιματουρία, άνοδος της θερμοκρασίας του σώματος.
Επί φυματιώσεως του γεννητικού συστήματος στους άνδρες συμπτωματολογία προστατίτιδας με συμπτώματα από τα ούρα, πρήξιμο οσχέου, στις γυναίκες συμπτωματολογία σαλπιγγίτιδας με πόνο, πρήξιμο κοιλιάς, διαταραχές εμμήνου ρήσεως.


Επί φυματιώσεως του σκελετού, άνοδος της θερμοκρασίας του σώματος, πόνοι στα κόκκαλα, οσφυαλγία, διαταραχές κινητικότητας.
Επί φυματιώδους μηνιγγίτιδας, άνοδος της θερμοκρασίας του σώματος, πονοκέφαλος, ψυχικές διαταραχές, δυσκαμψία αυχένα, παραλύσεις.


Επί προσβολής του εγκεφάλου, άνοδος της θερμοκρασίας του σώματος, επιληψία, πονοκέφαλος, ψυχικές διαταραχές ή παραλύσεις.
Επί φυματιώσεως του γαστρεντερικού συστήματος, πρήξιμο κοιλιάς, κοιλιακός πόνος, διάρροια, δυσκοιλιότητα, αίμα στα κόπρανα, αύξηση της θερμοκρασίας, κόπωση, απώλεια βάρους, νυκτερινή εφίδρωση.


Επί φυματιώδους περιτονίτιδας, άνοδος της θερμοκρασίας του σώματος, κοιλιακός πόνος, πρήξιμο κοιλιάς, ασκίτης.
Επί φυματιώδους περικαρδίτιδας, άνοδος της θερμοκρασίας του σώματος, πόνος στο στήθος, δύσπνοια, βήχας.


Επί προσβολής του οφθαλμού, διαταραχές όρασης, πόνος, επιπεφυκίτιδα, άνοδος της θερμοκρασίας.
Επί φυματιώδους ωτίτιδας, βαρηκοΐα, έκκριση από το αυτί, ρήξη τυμπανικού υμένα, άνοδος της θερμοκρασίας.
Επί προσβολής των επινεφριδίων, επινεφριδιακή ανεπάρκεια με πτώση πίεσης, γαστρεντερικά συμπτώματα, αδυναμία, κράμπες, διαταραχές εμμήνου ρήσεως, ζάλη, αίσθημα παλμών, μυαλγίες, ψυχικές εκδηλώσεις, αλλοιώσεις χρώσεως από το δέρμα.


Επί φυματίωσης του δέρματος, δερματικές αλλοιώσεις.
Επί λεμφαδενικής εντόπισης, πρήξιμο αδένων.

Σε διάσπαρτη φυματίωση, κόπωση, απώλεια βάρους, νυκτερινή εφίδρωση, δύσπνοια, άνοδος της θερμοκρασίας του σώματος, βήχας, κοιλιακός πόνος, πρήξιμο αδένων, πρήξιμο κοιλιάς.
Η θεραπεία της φυματίωσης περιλαμβάνει τη χορήγηση συνδυασμού φαρμάκων για διάστημα αρκετών μηνών ανάλογα με την περίπτωση.

Τα θεραπευτικά σχήματα βασίζονται στη συνολική κατάσταση του οργανισμού, στα αποτελέσματα των αντιβιογραμμάτων και στο είδος του οργάνου που έχει προσβληθεί. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της φυματίωσης είναι η ισονιαζίδη, η ριφαμπικίνη, η πυραζιναμίδη, η αιθαμβουτόλη, η στρεπτομυκίνη και απαιτούν στενή παρακολούθηση για εμφάνιση παρενεργειών.

Η παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία περιλαμβάνει επιπροσθέτως την περιοδική εκτέλεση καλλιεργειών προς αξιολόγηση της εκρίζωσης του μυκοβακτηριδίου.

To πρόβλημα της ανθεκτικής στα φάρμακα φυματίωσης είναι διογκούμενο σήμερα στις αναπτυγμένες χώρες. Σύμφωνα με μελέτες, η αντίσταση σε ένα ή περισσότερα φάρμακα (ανθεκτική φυματίωση) αφορά πάνω από το 15% των φυματικών ασθενών σε επιλεγμένες σειρές, ενώ επιδημίες πολυανθεκτικής φυματίωσης (ανθεκτικότητα σε περισσότερα του ενός φάρμακα) έχουν συνδυαστεί με ποσοστά θνησιμότητας πάνω από 80%.Τα θεραπευτικά σχήματα στη MDRTB (Μultidrug-resistant tuberculosis) βασίζονται στη συνολική κατάσταση του οργανισμού, στα αποτελέσματα των αντιβιογραμμάτων και στο είδος του οργάνου που έχει προσβληθεί.

Βασικοί προδιαθεσικοί παράγοντες για την ανάπτυξη αντίστασης σε φάρμακα, σύμφωνα με τις τελευταίες επιστημονικές έρευνες είναι:

  • Η μετανάστευση από μέρη του κόσμου με υψηλά ποσοστά ανθεκτικής σε φάρμακα φυματίωσης
  • Η στενή παρατεταμένη επαφή με πάσχοντες από ανθεκτική φυματίωση
  • Η ιατρική αμέλεια, που έχει ως συνέπεια τη χορήγηση κακής θεραπείας ή την παραμέληση παραγγελίας απαιτούμενων εξετάσεων αξιολόγησης ευαισθησίας στη χορηγούμενη αγωγή (π.χ. αντιβιογράμματα) με αποτέλεσμα το μυκοβακτηρίδιο να μην εκριζώνεται, αλλά να επανακάμπτει δριμύτερο
  • Η μη συμμόρφωση του φυματικού στην ενδεικνυόμενη θεραπεία που απαιτεί ακόμα και σε κοινά περιστατικά φυματίωσης την παρατεταμένη χορήγηση συνδυασμών φαρμάκων επί μήνες, με αποτέλεσμα το μυκοβακτηρίδιο να μην εκριζώνεται αλλά να επανακάμπτει δριμύτερο.