Οι αλλεργίες είναι σχετικά συνηθισμένες την σημερινή εποχή και βασικό ρόλο για την εμφάνισή τους διαδραματίζουν γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες. Τα αλλεργικά συμπτώματα ποικίλουν και μπορεί να περιλαμβάνουν από αναπνευστικά προβλήματα (βήχα, δύσπνοια), δακρύρροια, κάψιμο ή κνησμό στα μάτια, επιπεφυκίτιδα (κόκκινα, πρησμένα μάτια), βήχα, διάρροια, πονοκέφαλο κνίδωση, κνησμό ρινός, στόματος, λαιμού, δέρματος ή άλλης περιοχής, ρινόρροια, μέχρι δερματικά εξανθήματα, στομαχικές κράμπες έμετο ή συριγμό. Οι σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις (αναφυλαξία) απαιτούν αντιμετώπιση με ένα φάρμακο που ονομάζεται επινεφρίνη, το οποίο μπορεί να είναι σωτήριο όταν χορηγείται άμεσα.

Ο καλύτερος τρόπος για τη μείωση των συμπτωμάτων της αλλεργίας είναι να προσπαθήσει κανείς αρχικά να αποφεύγει τα αίτια που την προκαλούν. Αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό για τις τροφικές και φαρμακευτικές αλλεργίες. Υπάρχουν αρκετοί τύποι φαρμάκων για την πρόληψη και αντιμετώπιση των αλλεργιών. Το φάρμακο που συστήνει ο θεράπων ιατρός εξαρτάται από τον τύπο και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, την ηλικία και τη συνολική κατάσταση της υγείας του καθενός. Μπορεί να απαιτούνται αλλεργικές δοκιμασίες για να προσδιοριστεί εάν τα συμπτώματα που παρουσιάζει ο ασθενής οφείλονται πράγματι σε αλλεργία ή προκαλούνται από άλλα προβλήματα. Για παράδειγμα, η κατανάλωση μολυσμένου φαγητού (τροφική δηλητηρίαση) μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα παρόμοια με αυτά τροφικής αλλεργίας. Κάποια φάρμακα (όπως ασπιρίνη και αμπικιλλίνη) μπορούν να προκαλέσουν μη-αλλεργικές αντιδράσεις, όπως εξανθήματα. Μια ρινόρροια ή ένας βήχας μπορεί στην πραγματικότητα να οφείλονται σε μια λοίμωξη.

Οι περισσότερες αλλεργίες μπορούν να αντιμετωπιστούν εύκολα με φάρμακα. Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως για τις τροφικές αλλεργίες. Οι ενέσεις είναι περισσότερο αποτελεσματικές όταν χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση περιπτώσεων με συμπτώματα αλλεργικής ρινίτιδας και σοβαρές αλλεργίες από τσιμπήματα εντόμων. Δεν χρησιμοποιούνται όμως για την αντιμετώπιση τροφικών αλλεργιών, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος σοβαρής αντίδρασης. Οι ενέσεις μπορεί να απαιτούν χρόνια αντιμετώπισης, αλλά έχουν αποτέλεσμα στις περισσότερες περιπτώσεις αλλεργιών. Ωστόσο, μπορεί να προκαλέσουν δυσάρεστες παρενέργειες (όπως κνίδωση και εξάνθημα) και επικίνδυνες εκβάσεις (όπως αναφυλαξία).

Οι αιματολογικές εξετάσεις είναι αυτές που βοηθούν στην μέτρηση των επιπέδων συγκεκριμένων ουσιών που σχετίζονται με τις αλλεργίες, ιδιαίτερα την ανοσοσφαιρίνη Ε (IgE). Με μια γενική αίματος, ιδιαίτερα ο αριθμός των ηωσινόφιλων μπορεί να βοηθήσει στην αποκάλυψη αλλεργιών. Ο γιατρός μπορεί επίσης να ελέγξει την αντίδρασή του σώματος σε φυσικούς εκλυτικούς παράγοντες, όπως η εφαρμογή θερμότητας, κρύου ή άλλης διέγερσης και να παρακολουθήσει μια αλλεργική απόκριση. Σε κάποιες περιπτώσεις, ένα ύποπτο αλλεργιογόνο διαλύεται ή ενσταλάζεται στο κάτω βλέφαρο για να διερευνηθεί μια αλλεργική αντίδραση. Αυτό θα πρέπει να γίνει μόνο από έναν γιατρό. Υπάρχουν αρκετοί τύποι φαρμάκων για την πρόληψη και αντιμετώπιση των αλλεργιών. Το φάρμακο που συστήνει ο θεράπων ιατρός εξαρτάται από τον τύπο και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, την ηλικία και τη συνολική κατάσταση της υγείας του κάθε ανθρώπου.

Συγκεκριμένες νόσοι που προκαλούνται από αλλεργίες (όπως άσθμα, αλλεργική ρινίτιδα και έκζεμα) μπορεί να απαιτούν διαφορετική αντιμετώπιση. Τα φάρμακα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην αντιμετώπιση των αλλεργιών περιλαμβάνουν αντιισταμινικά που χορηγούνται χωρίς ιατρική συνταγή και άλλα που πρέπει να τα γράψει ο γιατρός. Είναι διαθέσιμα σε διάφορες μορφές, όπως, κάψουλες και χάπια, οφθαλμικές σταγόνες, ένεση, υγρό ρινικά σπρέι. Επίσης στην καταπολέμηση των αλλεργιών βοηθούν τα κορτικοστεροειδή, που είναι διαθέσιμα σε διάφορες μορφές, όπως κρέμες και αλοιφές για το δέρμα, οφθαλμικές σταγόνες, ρινικά σπρέι και εισπνεόμενα