Όπως συμβαίνει με τα περισσότερα χρόνια νοσήματα, η πνευμονοπάθεια αυτή δεν είναι ιάσιμη. Η θεραπεία στοχεύει κυρίως στην επιβράδυνση της εξέλιξής της, την ανακούφιση των συμπτωμάτων, τη μείωση της συχνότητας και βαρύτητας των παροξυσμών, τη βελτίωση της αντοχής στην κόπωση και γενικά τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής των ασθενών.

Εμπεριστατωμένες ιατρικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι μόνο η διακοπή του καπνίσματος επιβραδύνει σημαντικά την αναμενόμενη επιδείνωση της πνευμονικής λειτουργίας και αυξάνει το προσδόκιμο επιβίωσης των ασθενών, ακόμα και σε προχωρημένα στάδια.

Η προοδευτική έκπτωση της πνευμονικής λειτουργίας σε βάθος χρόνου είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της νόσου και δεν υπάρχουν διαθέσιμα φάρμακα που να αναστέλλουν τη δυσοίωνη αυτή εξέλιξη.  Η διακοπή του καπνίσματος είναι συνεπώς η βασική θεραπευτική ενέργεια που απαιτείται στους ασθενείς αυτούς.

Επιβλεπόμενες προσπάθειες διακοπής καπνίσματος υποστηρίζονται σε ειδικά ιατρεία που λειτουργούν σε πνευμονολογικά τμήματα δημόσιων Νοσοκομείων και προσφέρουν ομαδική ή εξατομικευμένη βοήθεια για την απεξάρτηση από το κάπνισμα.

Οι χρησιμοποιούμενες μέθοδοι περιλαμβάνουν πρακτική συμβουλευτική βοήθεια και υποστηρικτική ψυχολογική θεραπεία. Σε ορισμένους ασθενείς επιλέγεται φαρμακευτική παρέμβαση με διάφορους τύπους υποκατάστατων νικοτίνης όπως τσίχλες, διαδερμικά αυτοκόλλητα ή εισπνοές.

Με επιτυχία χρησιμοποιείται και ένα ήπιο αντικαταθλιπτικό σκεύασμα (bupropion) ενώ προστίθεται και ένα καινούργιο φάρμακο που αναμένεται να βοηθήσει σημαντικά (varenicline).

Η αντιμετώπιση της νόσου συνίσταται στη σταδιακή ενίσχυση της φαρμακευτικής αγωγής ανάλογα με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων και τη λειτουργική έκπτωση, όπως αυτή εκτιμάται με σπιρομέτρηση. Η συχνότητα και η βαρύτητα των παροξυσμών, η εγκατάσταση αναπνευστικής ανεπάρκειας, η συνύπαρξη άλλων νοσημάτων, όπως καρδιαγγειακών, μεταβολικών ή διαταραχών ύπνου βεβαίως συνεκτιμώνται.

Βάση της φαρμακευτικής θεραπείας είναι τα βρογχοδιασταλτικά. Προκαλούν διάνοιξη των βρόγχων και διευκόλυνση της αναπνοής με αποτέλεσμα ελάττωση της δύσπνοιας και βελτίωση της δυνατότητας κίνησης και λειτουργίας στην καθημερινή ζωή.

Τα βρογχοδιασταλτικά φάρμακα που χρησιμοποιούνται σήμερα είναι πολύ αποτελεσματικά και ασφαλή. Χορηγούνται κατά προτίμηση υπό μορφή εισπνοών είτε ως δοσιμετρικά αερολύματα, spray, είτε υπό μορφή ξηρής σκόνης, Χορηγούνται ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου, είτε συστηματικά σε μόνιμη βάση, είτε όταν τα χρειάζεται ο ασθενής με σκοπό την πρόληψη ή την ανακούφιση των συμπτωμάτων.

Οι β2- διεγέρτες, τα αντιχολινεργικά και η θεοφυλλίνη είναι οι τρεις βασικές κατηγορίες βρογχοδιασταλτικών. Συνδυασμός φαρμάκων με διαφορετικό μηχανισμό και διάρκεια δράσης αυξάνει τον βαθμό της βρογχοδιαστολής με λιγότερες παρενέργειες.

Τα καινούργια εισπνεόμενα φάρμακα δρούν άμεσα, χρειάζεται να χορηγηθούν μόνο μία ή δυο φορές την ημέρα και εμφανίζουν ήπιες παρενέργειες σε μικρό ποσοστό ασθενών, όπως ταχυκαρδία, ξηροστομία και τρόμο χειρών.

Σε προχωρημένα στάδια της νόσου χρησιμοποιούνται και εισπνεόμενες μορφές κορτιζόνης, που ελαττώνουν τη συμπτώματα και τους παροξυσμούς της νόσου, χωρίς να εμφανίζουν τις παρενέργειες που προκαλεί η συστηματική χρήση του φαρμάκου.

Τελευταία κυκλοφορούν συσκευές με σταθερό συνδυασμό βρογχοδιασταλτικού και κορτιζόνης. Έτσι προσλαμβάνονται με την ίδια εισπνοή και οι δύο αυτές βασικές κατηγορίες φαρμάκων. Αυτό απλοποιεί τη θεραπεία, καθιστώντας την συγχρόνως πιο αποτελεσματική.

Η θεραπεία δεν πρέπει να διακόπτεται και η σωστή τεχνική λήψης των φαρμάκων πρέπει να ελέγχεται συστηματικά. Έτσι μπορεί να διασφαλιστεί η επίτευξη του μέγιστου επιθυμητού θεραπευτικού αποτελέσματος.

Όλα τα σύγχρονα φάρμακα κυκλοφορούν στην Ελλάδα και συνταγογραφούνται από τα ασφαλιστικά ταμεία.

Η χρόνια χορήγηση οξυγόνου για δεκαπέντε τουλάχιστον ώρες ημερησίως καθίσταται αναγκαία στις περιπτώσεις που η νόσος έχει προκαλέσει αναπνευστική ανεπάρκεια, μία επιπλοκή που για να διαγνωστεί απαιτείται μέτρηση των αερίων (οξυγόνου, διοξειδίου του άνθρακα) στο αίμα.

Εκτός από την ανακούφιση της δύσπνοιας και την υποστροφή των αρνητικών οργανικών συνεπειών της έλλειψης οξυγόνου, η οξυγονοθεραπεία αυξάνει και την επιβίωση των ασθενών. Οι ασθενείς εφοδιάζονται με σταθερή ή φορητή πηγή.

Οι ασθενείς πρέπει να εμβολιάζονται δυο φορές το χρόνο κατά της γρίπης και ωφελούνται από τον ανά πενταετία αντιπνευμονιοκοκκικό εμβολιασμό. Αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών, βλεννολυτικών και αντιβηχικών φαρμάκων πρέπει να αποφεύγεται.

Η ένταξη ασθενών με συμπτώματα σε προγράμματα αποκατάστασης έχει πολλαπλά οφέλη. Καλύπτει ιδιαίτερες ανάγκες τους που οφείλονται σε κακή φυσική κατάσταση, έλλειψη σωματικής άσκησης, μυϊκή αδυναμία, απώλεια βάρους, κοινωνική απομόνωση, κατάθλιψη και συνθήκες ψυχολογικού στρες.

Τα ολοκληρωμένα προγράμματα περιλαμβάνουν ενημέρωση, εκπαίδευση, αναπνευστική φυσιοθεραπεία, ειδική προπόνηση στην άσκηση, συμβουλές σωστής διατροφής, ψυχολογική υποστήριξη. Δυστυχώς στη χώρα μας δεν ενισχύονται ακόμη από το υγειονομικό σύστημα τέτοιες οργανωμένες προσπάθειες στα Νοσοκομεία και, εκτός από τα Νοσοκομεία ‘Σωτηρία’ και ‘Ευαγγελισμός’, δεν παρέχεται αλλού αυτή η ευκαιρία στους πάσχοντες από ΧΑΠ .

Η τακτική παρακολούθηση με κλινική εξέταση και σπιρομέτρηση, η κατάλληλη θεραπεία και η προσαρμογή της από τον ειδικό γιατρό που είναι ο πνευμονολόγος, συμβάλλει σημαντικά, κυρίως μέσω της πρόληψης των παροξύνσεων και των νοσηλειών, στην αποτελεσματικότερη διαχείριση της νόσου.

Δεδομένης της αυξανόμενης συχνότητας και της χρονιότητας της νόσου με το μεγάλο βαθμό δυσλειτουργίας των πασχόντων, αυτό συμβάλλει στην ελάττωση του σημαντικού της άμεσου και έμμεσου κόστους για τους ασθενείς και το υγειονομικό σύστημα.

Σχήμα 1: Θετική επίδραση της διακοπής του καπνίσματος (διακεκομμένες γραμμές που δείχνουν ότι η κλίση της καμπύλης έκπτωσης ομοιάζει με αυτή των μη καπνιστών)

Πηγές: Δρ. Μαριάννα Β. Κάκουρα, Διευθύντρια πνευμονολογικού τμήματος Γ.Ν Παπαγεωργίου, Θεσσαλονίκη.