Υπερκαπνία είναι η παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από αυξημένη συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα. Kατά την διαδικασία του μεταβολισμού, τα κύτταρα παράγουν διοξείδιο του άνθρακα, το οποίο όταν το σώμα λειτουργεί φυσιολογικά, απελευθερώνεται στο αίμα και με την κυκλοφορία μεταφέρεται στους πνεύμονες. Με την εκπνοή από τους πνεύμονες το διοξείδιο του άνθρακα αποβάλλεται στην ατμόσφαιρα.

Ο φυσιολογικός μηχανισμός της αποβολής του διοξειδίου του άνθρακα υπάγεται ωστόσο σε πολύπλοκους μηχανισμούς ρύθμισης, οι οποίοι δεν εξαρτώνται μόνο από την ποσότητα του παραγόμενου στον οργανισμό διοξειδίου του άνθρακα, το οποίο για να αποβληθεί απρόσκοπτα προϋποθέτει την επαρκή λειτουργία της κυκλοφορίας και των κέντρων της αναπνοής στον εγκεφαλικό ιστό.

Η συγκέντρωση του διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα ρυθμίζεται περαιτέρω ώστε το ph του αίματος να διατηρείται σε στενά όρια ανάλογα και με την ποσότητα των οξέων και βάσεων που εκλύονται κατά τις μεταβολικές διεργασίες του σώματος. Έτσι οποιαδήποτε βλάβη σε ένα ή περισσότερα από τα παθοφυσιολογικά επίπεδα που προαναφέρονται μπορεί να προκαλέσει κατακράτηση διοξειδίου του άνθρακα.

Παθήσεις που προκαλούν αυξημένο διοξείδιο του άνθρακα στο αίμα είναι (αναφέρονται ενδεικτικά):

  • Υπερβολική δόση φαρμάκων και ναρκωτικών (π.χ. υπνωτικά χάπια).
  • Παθήσεις του εγκεφάλου που διαταράσσουν την αναπνοή (π.χ. εγκεφαλικό επεισόδιο)
  • Παθήσεις μυών όπως η μυϊκή δυστροφία
  • Παθήσεις πνευμόνων όπως η χρόνια αναπνευστική πνευμονοπάθεια
  • Η σοβαρή ανεπάρκεια της καρδιακής αντλίας
  • Η αποφρακτική άπνοια ύπνου
  • Η παχυσαρκία
  • Καταστάσεις μεταβολικής αλκάλωσης.

Σε αρκετές περιπτώσεις υπερκαπνίας δεν υπάρχουν συμπτώματα. Ήπια συμπτώματα όπως δύσπνοια, πονοκέφαλος, αδυναμία υπνηλία, ενδέχεται να εμφανιστούν. Σε σοβαρές περιπτώσεις σύγχυση, λήθαργος που μπορεί να εξελιχθεί σε κώμα, μυϊκές συσπάσεις ενδέχεται να απειλήσουν την ζωή. Ενίοτε εμφανίζεται σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια. Σε ορισμένες περιπτώσεις η κατάσταση είναι σοβαρότατη και απαιτείται διασωλήνωση.

Η σωστή παθολογική εξέταση κατευθύνει τη σωστή διάγνωση. Η θεραπεία διαφοροποιείται ανάλογα με το αίτιο.