Η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) είναι ένα από τα πιο συχνά  νοσήματα του αναπνευστικού και προσθέτει σημαντικό φορτίο στη δημόσια υγεία. Η ΧΑΠ προβλέπεται να γίνει η 3η αιτία νοσηρότητας και θνητότητας  παγκοσμίως μέχρι το 2030.

Η διάγνωση της ΧΑΠ βασίζεται στην παρουσία αναπνευστικών συμπτωμάτων (βήχας, απόχρεμψη, δύσπνοια) σε άτομα που εκτίθενται σε παράγοντες κινδύνου – κυρίως το κάπνισμα- και επιβεβαιώνεται με μια ειδική εξέταση, τη σπιρομέτρηση και την ανάδειξη αποφρακτικού συνδρόμου σε αυτή.

Το πρώτο βήμα είναι η αναγνώριση από το ιστορικό του ασθενούς των αναπνευστικών συμπτωμάτων που θέτουν την υπόνοια της νόσου. Ο βήχας και η αποβολή πτυέλων είναι συμπτώματα που συχνά αγνοούν οι καπνιστές. Τα θεωρούν φυσιολογικά απότοκα της καπνιστικής συνήθειας. Ωστόσο τόσο ο βήχας όσο και η απόχρεμψη αποτελούν στοιχεία της χρόνιας βρογχίτιδας και θα πρέπει να αξιολογούνται. Η δύσπνοια (λαχάνιασμα) κυρίως σε καθημερινές δραστηριότητες ενοχλεί περισσότερο τον ασθενή και δεν παραβλέπεται εύκολα. Άλλα συμπτώματα της ΧΑΠ είναι το βάρος στο στήθος και το σφύριγμα στην αναπνοή, που είναι συνήθως διαλείποντα και σε προχωρημένη νόσο μπορεί ο ασθενής να παραπονείται για καταβολή και ανορεξία.

Το επόμενο βήμα είναι η αναζήτηση παραγόντων κινδύνου. Ο κυριότερος αλλά όχι ο μοναδικός είναι το κάπνισμα. Βέβαια όπως ορίζει και ο ορισμός της νόσου, η ΧΑΠ προκαλείται από έκθεση σε βλαπτικά αέρια και σωματίδια και εκτός του καπνίσματος, επαγγελματικοί ρύποι και η χρήση βιομάζας σε αναπτυσόμενες χώρες αποτελούν παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση ΧΑΠ.

Η οριστική επιβεβαίωση της διάγνωσης γίνεται με την σπιρομέτρηση. Αυτή είναι μια εύκολη εξέταση που αναδεικνύει την παρουσία απόφραξης που επιβεβαιώνει τη διάγνωση.

Επιπρόσθετα, η σπιρομέτρηση εκτός από τη διάγνωση δίνει και τη βαρύτητα της απόφραξης, δηλαδή παρέχει και μια ποσοτική αξιολόγηση της έκπτωσης της αναπνευστικής λειτουργίας από τη ΧΑΠ.

Η διενέργεια μιας αξιόπιστης σπιρομέτρησης είναι κομβικής σημασίας για τη σωστή διάγνωση της ΧΑΠ και είναι εφικτή. Έχει σημασία η καταγραφή να πληρεί τις προυποθέσεις της αξιόπιστης εξέτασης, γιατί σε άλλη περίπτωση μπορεί να οδηγήσει σε υποδιάγνωση ή υπερδιάγνωση της νόσου και φυσικά μια μη σωστή καταγραφή δεν έχει καμία αξία και για την αξιολόγηση της βαρύτητας.

Παρά το γεγονός ότι η σπιρομέτρηση δεν εντάσσεται πλέον στα κριτήρια ταξινόμησης των ασθενών σε θεραπευτικές κατηγορίες, δηλαδή δεν λαμβάνεται υπόψη επί του παρόντος για την επιλογή φαρμακευτικής θεραπείας για τον ασθενή με ΧΑΠ, η διενέργειά της σε τακτά χρονικά διαστήματα είναι απαραίτητη για την αναγνώριση ασθενών με ταχεία έκπτωση της αναπνευστικής τους λειτουργίας. Αυτοί οι ασθενείς χρειάζονται στενότερη παρακολούθηση και πιο επιθετική θεραπευτική προσέγγιση.

Η κλινική εξέταση σπάνια είναι διαγνωστική για τη ΧΑΠ. Ευρήματα από την κλινική εξέταση θα υπάρχουν σε πολύ προχωρημένη νόσο με σοβαρή απώλεια αναπνευστικής λειτουργίας. 

Η διαφορική διάγνωση της ΧΑΠ θα πρέπει να γίνει κυρίως από το βρογχικό άσθμα. Αυτό οφείλεται στο ότι τα δυο νοσήματα παρουσιάζουν κοινά συμπτώματα. Ωστόσο, το άσθμα συνήθως έχει έναρξη σε νεαρότερη ηλικία, υπάρχει συχνά οικογενειακό ιστορικό άσθματος ή αλλεργικής νόσου, ο ασθενής έχει συμπτώματα που ποικίλλουν σε ένταση και στο χρόνο, ακόμη και από μέρα σε μέρα. Άλλα νοσήματα που θα πρέπει να διαφοροδιαγνωστεί η ΧΑΠ είναι οι βρογχεκτασίες που χαρακτηρίζονται από βήχα και απόχρεμψη και η καρδιακή ανεπάρκεια που συχνά εκδηλώνεται με δύσπνοια.