Γράφει η Θεογνωσία Βέργου, Δερματολόγος – Αφροδισιολόγος, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, Ακαδημαϊκή Υπότροφος ΕΚΠΑ

Όπως και σε άλλα νοσήματα, έτσι και στην ψωρίαση, η επιστημονική έρευνα έχει σημειώσει πολλά επιτεύγματα κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Έχουν ανακαλυφθεί μηχανισμοί της νόσου που ήταν άγνωστοι πριν λίγα χρόνια και έχουν αναγνωστεί κάποιες ουσίες με κρίσιμο ρόλο στην εμφάνιση και εξέλιξη της νόσου. Αυτό έχει βοηθήσει στην ανάπτυξη πολλών νέων συστηματικών θεραπειών, που φαίνεται να διαφοροποιούνται σε αρκετά σημεία σε σχέση με τις κλασικές συστηματικές θεραπείες, όπως η μεθοτρεξάτη, η κυκλοσπορίνη ή η ασιτρετίνη.

Η πρώτη μεγάλη εξέλιξη ήταν η έλευση των βιολογικών παραγόντων. Οι βιολογικοί παράγοντες είναι μόρια πρωτεϊνικής φύσης και σήμερα χρησιμοποιούνται ευρέως για την αντιμετώπιση πολλών φλεγμονωδών και αυτοάνοσων νοσημάτων. Χορηγούνται σε ενέσιμη μορφή και έχουν στοχευμένη δράση, αναστέλλοντας ουσίες που αποδεδειγμένα παίζουν καταλυτικό ρόλο στην παθοφυσιολογία της νόσου. Στην ψωρίαση χρησιμοποιούνται η ινφλιξιμάμπη, η ετανερσέπτη, η ανταλιμουμάμπη, η ουστεκινουμάμπη και η σεκουκινουμάμπη.  

Μια επόμενη εξέλιξη είναι η ανάπτυξη μικρών μορίων, που χορηγούνται από το στόμα και έχουν δράση μέσα στο κύτταρο, σε ένα πρωιμότερο στάδιο. Η απρεμιλάστη είναι ο πρώτος εκπρόσωπος της κατηγορίας των μικρών από του στόματος μορίων. Στοχεύει σε ένα ευρύ δίκτυο φλεγμονωδών παραγόντων και έχει ένδειξη στην ψωρίαση και την ψωριασική αρθρίτιδα.

Υπάρχουν κι άλλες συστηματικές θεραπείες στο στάδιο των κλινικών δοκιμών, είτε από του στόματος είτε ενέσιμες, πολλές από τις οποίες αναμένουμε να κυκλοφορήσουν σύντομα. Ένα είναι βέβαιο: όσο συνεχίζεται η ιατρική έρευνα, τόσο αποδίδει καρπούς και οι θεραπευτικές μας επιλογές εμπλουτίζονται με νέες και βελτιωμένες συστηματικές θεραπείες, που ταιριάζουν σε όλα τα ξεχωριστά «προφίλ» ασθενών, ελέγχουν την ψωρίαση αποτελεσματικά και με ασφάλεια και προσφέρουν μια καλύτερη ποιότητα ζωής στους ασθενείς.