Στην οικογένεια των ερπητοιών ανήκουν αρκετοί ιοί που προσβάλλουν τον άνθρωπο. Ωστόσο, ο επιχείλιος έρπης και ο έρπης των γεννητικών οργάνων προκαλούνται από τους ερπητοιούς 1 και 2 (HSV1, HSV2).

Παλαιότερα, ο έρπης τύπου 1 ήταν κατά κύριο λόγο υπεύθυνος για τον επιχείλιο έρπητα και ο 2 για τον έρπητα των γεννητικών οργάνων. Ωστόσο και οι δύο τύποι μπορεί να προκαλέσουν λοίμωξη είτε στοματοπροσωπική είτε γεννητικών οργάνων.

Επίσης ο έρπης τύπου1 είναι δυνατό να εντοπιστεί όχι μόνο στα χείλη, αλλά και σε άλλα σημεία του προσώπου και του σώματος, για παράδειγμα στο γλουτό,στα δάκτυλα (οδοντίατροι), ή να προσβάλει και άλλα όργανα (οφθαλμούς, νευρικό σύστημα) σε σπανιότερες περιπτώσεις.

Η μετάδοση του ιού γίνεται από επαφή μολυσμένου δέρματος ή βλεννογόνου, ενώ ο ιός δεν ζει παραπάνω από 30 λεπτά εκτός του ανθρώπινου σώματος και είναι ευαίσθητος στο χλώριο. Έτσι, η μετάδοση από μολυσμένα αντικείμενα είναι δύσκολη.

Το 85% του ανθρώπινου πληθυσμού έχει αντισώματα για τον έρπητα τύπου 1 αλλά μόνο 2%-25% για τον ερπητοιό τύπου 2. Πολλοί φορείς του ιού 1 είναι ασυμπτωματικοί.

Επιχείλιος έρπης

Η αρχική μόλυνση μπορεί να είναι ασυμπτωματική, ή να εκδηλωθεί ως επεισόδιο οξείας ουλοστοματίτιδος, κυρίως σε παιδιά και εφήβους με πυρετό και οίδημα στους λεμφαδένες. Παρουσιάζονται επώδυνες διαβρώσεις στο στοματικό βλεννογόνο που μπορεί να οδηγήσουν σε αφυδάτωση στα μικρά παιδιά, λόγω άρνησης λήψεως νερού και τροφής.

Η λοίμωξη υποχωρεί σε 10-15 ημέρες και τα επόμενα επεισόδια (υποτροπές) είναι πολύ ηπιότερα.

Στη βρεφική ηλικία υπάρχουν αντισώματα από τη μητέρα και η λοίμωξη είναι σπάνια. Στις υποτροπές εμφανίζονται φυσαλίδες πάνω σε μια ερυθρή επιφάνεια με εντόπιση κατά κύριο λόγο στο άνω χείλος. Συνήθως προηγείται αίσθημα καύσους, οίδημα των χειλέων ή κακουχία.

Στη συνέχεια οι βλάβες ξηραίνονται (εφελκίδες) και τελικά εξαφανίζονται χωρις ουλή. Κάποιες υποτροπές είναι σοβαρότερες και πιο εκτεταμένες, ενώ άλλες είναι ήπιες. Γενικά οι υποτροπές αυτοιώνται μέσα σε 5-7 ημέρες.

Παράγοντες που μπορεί να πυροδοτήσουν την ερπητική λοίμωξη είναι η πτώση της άμυνας του οργανισμού από άλλο νόσημα ή το στρες, ή έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία, πριν την έμμηνο ρύση στις γυναίκες. Κατά τη διάρκεια της ύπαρξης των φυσαλίδων, το νόσημα είναι μεταδοτικό, αν και η μετάδοση είναι δυνατή και χωρίς ορατές βλάβες σε κάποιες περιπτώσεις.

Τα ίδια ισχύουν και για τον έρπητα των γεννητικών οργάνων, οπότε επιβάλλεται η χρήση προφυλακτικού.

Θεραπευτικά χορηγούνται για μερικές ημέρες αντιικά φάρμακα από το στόμα (ακυκλοβίρη, βαλακυκλοβίρη, φαμσικλοβίρη) που στρέφονται κατά των προσβεβλημένων από τον ιό κυττάρων και είναι σχετικά ασφαλή. Ουσιαστικά μειώνουν τη διάρκεια των συμπτωμάτων, ενώ σε περιπτώσεις συχνών υποτροπών, έντονης ψυχολογικής επιβάρυνσης, επαγγελματικούς και άλλους λόγους, δίνονται καθημερινά για διάστημα 6 μηνών (θεραπεία καταστολής).

Επίσης σε ανοσοκατεσταλμένα άτομα (πχ μεταμοσχευθέντες, καρκινοπαθείς κ.α) όπως και σε άτομα με ιστορικό επιχειλίου έρπητα πριν από οδοντιατρικές επεμβάσεις, πήλινγκ, ακραία ηλιακή έκθεση, δίνεται προφυλακτική αγωγή.

Τοπικά αντιβιοτικές αλοιφές και σκευάσματα που ξηραίνουν τις βλάβες είναι επιβοηθητικά.