Οι ορμόνες είναι καθοριστικοί παράγοντες για την ανάπτυξη και λειτουργία του οργανισμού. Ειδικά για τις γυναίκες, όμως, ο ρόλος τους έχει αυξημένη βαρύτητα. Ποια είναι, λοιπόν, τα πιθανότερα προβλήματα που μπορεί να εμφανιστούν και τι πρέπει να γνωρίζουμε γι’ αυτά;

Ο σταθερός κύκλος υποδηλώνει ισορροπία μεταξύ οιστρογόνων και προγεστερόνης και είναι ένδειξη φυσιολογικής λειτουργίας του οργανισμού

Ο γυναικείος οργανισμός εξαρτάται από τις ορμόνες σε όλη τη φάση της εξέλιξής του:

Εφηβεία: Στην εφηβεία συμβαίνει αλλαγή των ορμονών με την εμμηναρχή. Πρωτοπαθής αμηνόρροια είναι η απουσία εμμηναρχής στην ηλικία των 16 ετών, παρόλο που υπάρχουν φυσιολογικά δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου και φυσιολογική ανάπτυξη.

Επειδή έχει κατέβει το όριο που εμφανίζεται η εμμηναρχή στα κορίτσια, υπάρχει και η άποψη ότι μετά την ηλικία των 13, εάν ένα κορίτσι δεν έχει περίοδο και δευτερογενή χαρακτηριστικά, πρέπει να αρχίσει ο έλεγχος για πρωτοπαθή αμηνόρροια.

Οι κοπέλες μπορεί να έχουν καθυστέρηση στην έναρξη της εμμήνου ρύσεως που μπορεί να οφείλεται σε προβλήματα ανατομικά (μήτρας και ωοθηκών), σε ανωριμότητα του υποφυσιακού άξονα, σε υπερέκκριση προλακτίνης και σε προβλήματα λειτουργίας των ωοθηκών.

Η εμφάνιση ακμής σχετίζεται με υπερέκκριση ανδρογόνων και μπορεί να υποκρύπτει συγγενή υπερπλασία των επινεφριδίων. Ο σταθερός κύκλος υποδηλώνει φυσιολογική ισορροπία μεταξύ οιστρογόνων και προγεστερόνης και είναι ένδειξη φυσιολογικής λειτουργίας του οργανισμού.

Ανωμαλίες κύκλου: Οι ανωμαλίες του κύκλου χρειάζονται ορμονικό έλεγχο για υπερέκκριση προλακτίνης, αποκλεισμό του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών και για υπερλειτουργία ή υπολειτουργία του θυρεοειδούς αδένα.

Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών: Οι ασθενείς παρουσιάζουν ανωμαλίες κύκλου, ολιγο- ή ανωορρηξία, υπερανδρογοναιμία, που εμφανίζεται με έντονη τριχοφυΐα και εικόνα πολυκυστικών ωοθηκών στο υπερηχογράφημα.

Η αύξηση της ελεύθερης τεστοστερόνης στο αίμα αποτελεί ευαίσθητο κριτήριο για την επιβεβαίωση της υπερανδρογοναιμίας. Οι ασθενείς, παρόλο που είναι λεπτές, πολλές φορές παρουσιάζουν υπερινσουλιναιμία και χρειάζεται να υποβληθούν σε καμπύλη γλυκόζης, γιατί μπορεί να έχουν προδιάθεση σε σακχαρώδη διαβήτη.

Εγκυμοσύνη: Στην εγκυμοσύνη ο θυρεοειδής αδένας χρειάζεται παρακολούθηση και ρύθμιση της λειτουργίας του. Η διατήρηση των θυρεοειδικών ορμονών σε φυσιολογικά επίπεδα συμβάλλει στην ομαλή έκβαση της εγκυμοσύνης και σε υγιή μωρά.

Γυναίκες με υποθυρεοειδισμό χρειάζονται αύξηση της δόσης θυροξίνης, γιατί το έμβρυο δεν έχει θυρεοειδή το πρώτο τρίμηνο και οι ανάγκες του οργανισμού της εγκύου είναι αυξημένες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Στην εγκυμοσύνη μπορεί να εμφανιστεί σακχαρώδης διαβήτης, ο οποίος στις περισσότερες γυναίκες ρυθμίζεται με σωστή διατροφή, χωρίς να αποφεύγονται οι υδατάνθρακες, αλλά να καταναλώνονται σε σωστή αναλογία.

Εάν ο διαβήτης δε ρυθμίζεται μόνο με διατροφή, τότε χρειάζεται θεραπεία με ινσουλίνη.

Εμμηνόπαυση: Η εμμηνόπαυση είναι δύσκολη περίοδος για τη γυναίκα γιατί οι ορμονικές αλλαγές και η πτώση των οιστρογόνων σχετίζονται με τις εξάψεις, τη δυσκολία στη συγκέντρωση και με συναισθηματικές αλλαγές.

Για τις γυναίκες που δεν μπορούν να αντέξουν τα συμπτώματα αυτά, και μόνο γι’ αυτές, προτείνουμε μικρής διάρκειας ορμονοθεραπεία. Το ενδεχόμενο έστω και της βραχείας ορμονοθεραπείας πρέπει να αποκλειστεί σε γυναίκες που έχουν ιστορικό καρκίνου του στήθους, στεφανιαίας νόσου, προηγούμενου θρομβοεμβολικού επεισοδίου ή εγκεφαλικού ή σε ασθενείς που είναι σε κίνδυνο για τις παραπάνω επιπλοκές.

Επίσης, ορμονική θεραπεία μετά την εμμηνόπαυση δεν είναι πρώτης επιλογής θεραπεία για την οστεοπόρωση. Πρόσφατα δεδομένα δείχνουν ότι οι γυναίκες πρέπει να αποφεύγουν την ορμονική υποκατάσταση και τα οιστρογόνα χρειάζεται να δίνονται το συντομότερο χρονικό διάστημα και στη μικρότερη δόση, γιατί, εκτός των άλλων, η χρήση ορμονών μετά την εμμηνόπαυση σχετίζεται με αύξηση καρδιαγγειακών και εγκεφαλικών επιπλοκών.

Οστεοπόρωση: Η εμμηνόπαυση, λόγω έλλειψης οιστρογόνων που βοηθούν στη διατήρηση των οστών, οδηγεί σε οστεοπόρωση. Οι γυναίκες χρειάζεται να κάνουν μέτρηση οστικής μάζας και μετά τα 60 να ελέγχουν το ισχίο, αντί για τη σπονδυλική στήλη, λόγω της εμφάνισης οστεοφύτων.

Απαιτείται έλεγχος της βιταμίνης D, καθώς χαμηλά επίπεδα σχετίζονται με οστεοπόρωση. Μετά τα 50, για τη διατήρηση της οστικής μάζας, όλες οι γυναίκες χρειάζονται 1.200 mg ασβεστίου και 800 ΙU βιταμίνης D ημερησίως.

Πηγές: Πολυξένη Κουτκιά – Μυλωνάκη, Διευθύντρια Κλινικής Διαιτολογίας και Υπεύθυνη Ιατρείου Ενδοκρινολογίας.