Σήμερα ο διαβήτης θεωρείται η 8η αιτία καρδιολογικού θανάτου. Ο διαβήτης δηλαδή ανήκει στις σοβαρότερες καρδιοπάθειες και αυτό γιατί η αδυναμία του οργανισμού να μεταβολίσει σωστά το σάκχαρο και να το διατηρήσει σε φυσιολογικά επίπεδα στο αίμα, οδηγεί σε συνολική εκτροπή τον μεταβολισμό του οργανισμού, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προϋποθέσεις καταστροφής των αρτηριών από αθηροσκλήρωση.

Με τον τρόπο αυτό πολλαπλασιάζονται οι πιθανότητες να αυξηθούν τα εμφράγματα του μυοκαρδίου και τα εγκεφαλικά επεισόδια.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει η Εθνική Υπηρεσία Διαβήτη της Αγγλίας, αναλογικά για τη χώρα μας, περίπου 10-15.000 διαβητικοί χάνονται στην Ελλάδα κάθε χρόνο. Υπολογίζεται ότι σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία περίπου 5.000-7.000 θάνατοι τον χρόνο μπορούν να αποφευχθούν.

Ο σημαντικότερος λόγος στον οποίο αποδίδονται οι ανθρώπινες απώλειες είναι η μη συνειδητοποίηση του διαβητικού όσον αφορά την σοβαρότητα των προβλημάτων του. Άνω του 1/3 των διαβητικών δεν γνωρίζουν ότι πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη για πολλά χρόνια.

Ένας μεγάλος αριθμός διαβητικών λαμβάνει ανεπαρκή θεραπεία ή δεν εφαρμόζει το σωστό διαιτολόγιο. Ο κίνδυνος για τον διαβητικό της νεαρής ηλικίας (διαβήτης τύπου 1) είναι 2,5 φορές υψηλότερος σε σχέση με τον μη διαβητικό, ενώ ο κίνδυνος για τον ενήλικα διαβητικό (διαβήτης τύπου 2) είναι της τάξεως του 1,6, όμως εξίσου υψηλός.

Διαβητικός θεωρείται σήμερα εκείνος του οποίου το σάκχαρο στο αίμα βρίσκεται άνω του 1,1mg%.

Όταν υπάρχει διαταραχή στην παραγωγή της απαραίτητης ποσότητας ινσουλίνης, η οποία ως γνωστόν παράγεται στο πάγκρεας ή όταν η ινσουλίνη που παράγει το πάγκρεας δεν είναι δραστική, οι βλάβες που δημιουργεί ο διαβήτης στα τοιχώματα των αρτηριών είναι τέτοιας φύσεως ώστε και εάν ακόμα χρειασθεί να αντιμετωπισθούν με αγγειοπλαστική (μπαλόνι) ή με εγχείρηση Bypass, ο διαβητικός έχει τετραπλάσια περίπου πιθανότητα η αγγειοπλαστική ή η εγχείρησή του να μην είναι επιτυχής.

Και αυτό γιατί τα τοιχώματα των αρτηριών είναι κατεστραμμένα σε μεγάλη έκταση και οι βλάβες συνεχίζονται και μετά την εγχείρηση. Όμως ο διαβητικός που έγκαιρα αντιλαμβάνεται το πρόβλημά του και με δίαιτα ή με αντιδιαβητικά φάρμακα το αντιμετωπίζει σωστά, είναι ο άρρωστος που τείνει να εξομοιωθεί με τον μη διαβητικό καρδιοπαθή.

Στόχος της σωστής θεραπείας είναι το σάκχαρο να μην ξεπερνά το 1,1 mg% στο αίμα 2,5 ώρες μετά το φαγητό και η γλυκοζιλιωμένη αιμοσφαιρίνη να κυμαίνεται περί το 6mg% .

Όταν ο διαβήτης προσβάλλει τις αρτηρίες μικρού μεγέθους, τότε δεν προκαλεί μόνο αγγειακά επεισόδια αλλά προσβάλλει και τα κύτταρα του μυοκαρδίου, με συνέπεια το μυοκάρδιο να χάνει την αρχική του ελαστικότητα και αργότερα και την συσταλτικότητά του, έτσι που η καρδιά να μην μπορεί να λειτουργήσει σωστά, οπότε ο διαβητικός πάσχει πλέον από καρδιακή ανεπάρκεια.

Παρ’όλα αυτά ο διαβητικός πρέπει να ξεχνάει όλα τα δυσάρεστα όταν είναι συνεπής με τη θεραπεία του και τον τρόπο ζωής του. Όλες οι τελευταίες πολυκεντρικές μελέτες αποδεικνύουν ότι ο συνεπής διαβητικός μπορεί να προσβλέπει με αισιοδοξία σε ένα μέλλον όπως των υπολοίπων μη διαβητικών αρρώστων.

Άρα η εξέλιξη της αρρώστιας, η ποιότητα ζωής και η μακροζωία του διαβητικού εξαρτώνται εν πολλοίς από τον ίδιο.