Γνώρισα τη Γιάννα όταν ήταν 34 ετών. Ήρθε στο γραφείο μου σε πολύ κακή ψυχολογική κατάσταση, έκλαιγε συνεχώς, δεν είχε πολλή όρεξη για συζήτηση αλλά ζητούσε επίμονα βοήθεια σε κάτι που δεν φαινόταν καθόλου εύκολο: δεν μπορούσε να βρει χαρά στη ζωή της. 

Ήταν μια πολύ γλυκιά και όμορφη γυναίκα που, όμως, είχε θαμπώσει από τη θλίψη και την παραίτηση. Ήταν παντρεμένη και μητέρα ενός μικρού αγοριού αλλά δεν έδειχνε να ευχαριστιέται πολύ τη μητρότητα και ανταποκρινόταν στη σχέση της με το παιδί και τον άντρα της μηχανικά. Δεν είχε ιδιαίτερη κοινωνική ζωή ή ενδιαφέροντα και γέμιζε το χρόνο της ασχολούμενη υπερβολικά με την τηλεόραση και το μαγείρεμα. Ψάχνοντας, λοιπόν, να βρούμε τι μπορεί να ήταν αυτό που την είχε αποδυναμώσει τόσο πολύ, δεν υπήρχε τίποτα πρόσφατο. Η Γιάννα γυρνούσε ξανά και ξανά, όταν μιλούσε, στην εποχή που, σε ηλικία 17 ετών, διαγνώστηκε με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και επέμενε να μου δείχνει την αντλία ινσουλίνης που φορούσε.

Στην αρχή αναρωτιόμουν πώς είναι δυνατόν, ενώ είχε περάσει τη μισή της ζωή με την ασθένεια, να μην την έχει αποδεχτεί, να μη μπορεί να τη διαχειριστεί, να δυσκολεύεται να οργανώσει την καθημερινότητά της γύρω από αυτήν. Γιατί ζητούσε βοήθεια τώρα, τόσα χρόνια μετά, για κάτι που δεν ήταν νέο; Πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι η Γιάννα είχε ζήσει τα τελευταία 17 χρόνια με τρομερά σκαμπανεβάσματα στη διάθεση και τη συμπεριφορά της σε μια προσπάθεια να αποδεχτεί αυτό που της συνέβαινε. Πέρναγε από περιόδους που ένιωθε «προβληματική», θλιμμένη και ανήμπορη, σε περιόδους που πείσμωνε και προσπαθούσε να ελέγξει τη διατροφή, το βάρος και τα επίπεδα σακχάρου της.

Αυτό δεν κρατούσε πολύ γιατί, συνήθως, κουραζόταν γρήγορα από την απαιτούμενη πειθαρχία, τις συνεχείς ιατρικές εξετάσεις και το σύστημα υγείας και απελπιζόταν, αποκαρδιονόταν μέχρι που τελικά και το πιο απλό βήμα της φαινόταν βουνό. Άλλες φορές συμπεριφερόταν αυτοκαταστροφικά κάνοντας βουλιμικά επεισόδια και τρώγοντας αλόγιστα μεγάλες ποσότητες από τροφές που κανονικά θα έπρεπε να αποφεύγει. Ήταν ένας τρόπος, όπως έλεγε, να δει ποιος θα ενδιαφερθεί και ποιος θα ανησυχήσει για εκείνη.

Άλλοτε πάλι μιλούσε ευθέως και συνεχώς με τους γύρω της για το διαβήτη, επιμένοντας σε κουραστικό βαθμό στο πόσο άτυχη ήταν και πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα στη ζωή της αν δεν είχε το διαβήτη. Με λίγα λόγια, η Γιάννα είχε κάνει σχεδόν τα πάντα, εκτός από το να συμφιλιωθεί ώριμα και ήσυχα με τον διαβήτη. Δεν είχε ασχοληθεί ποτέ σοβαρά με όλα αυτά που δεν άντεχε, δεν είχε καν σκεφτεί ότι μπορεί να τα αλλάξει, παρά κατηγορούσε για όλα τον άδικο διαβήτη. Ήταν η στιγμή που αποφάσισα να της προτείνω να μπει σε μια ψυχοθεραπευτική ομάδα που συντόνιζα.

Και έτσι έγινε. Δεν ήταν ούτε εύκολη, ούτε σύντομη η πορεία της αλλά τελικά μάλλον απέδωσε. Η Γιάννα, αφού μας δοκίμασε πολλές φορές έναν-έναν για την υπομονή και την ειλικρίνειά μας, κατάφερε τελικά να βρει στα πρόσωπα των μελών της ομάδας μια «διορθωτική» οικογένεια που της έδωσε όλο το σεβασμό και τη φροντίδα που είχε ανάγκη για να μπορέσει να αντιμετωπίσει το διαβήτη ψύχραιμα.

Μπόρεσε, με τον καιρό, να σταθεί στα πόδια της. Μπόρεσε να αποδεχθεί την ιδέα ότι θα συγκατοικήσει για πάντα με το σακχαρώδη διαβήτη και άρα να σκεφτεί πώς θα κάνει αυτή τη συγκατοίκηση αρμονική. Βρήκε το κουράγιο να ξαναπλησιάσει τους δικούς της ανθρώπους και να τους ζητήσει στήριξη, αναγνωρίζοντας όμως, για πρώτη φορά, ότι η υγεία της, σωματική και ψυχική, είναι κυρίως δική της υπόθεση. Σταμάτησε να ορίζει την ταυτότητά της με βάση την ασθένεια και αμέσως αναδύθηκαν ενδιαφέροντα και δεξιότητες που ξάφνιασαν ακόμη και την ίδια. Μπόρεσε να αναλάβει μια θετική στάση απέναντι στη ζωή της και να δει τον διαβήτη ως κομμάτι αυτής της ζωής. Όταν ολοκλήρωσε την ψυχοθεραπευτική της πορεία και αποχαιρέτησε τη θεραπευτική της ομάδα, η Γιάννα ήταν διαφορετική. Δεν τη φόβιζε ούτε ο διαβήτης ούτε η ζωή της, πια.

Η Γιάννα, βέβαια, είναι ένα παράδειγμα διαβητικού ασθενή και σε καμία περίπτωση δεν πιστεύω ότι είναι αντιπροσωπευτικό όλων. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που αντιμετωπίζουν πολύ λειτουργικά την ανακοίνωση ότι πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη και καταφέρνουν σχετικά εύκολα να οργανωθούν με βάση τα νέα δεδομένα στη ζωή τους.

Θεωρώ ότι για να υπάρξει αυτή η θετική αντιμετώπιση είναι απαραίτητα κάποια πολύτιμα εφόδια για τον ψυχισμό, όπως η αυτοεκτίμηση, η ασφαλής σχέση με την οικογένεια, ένα ουσιαστικό δίκτυο στήριξης από τους φίλους και τον σύντροφο, μια καθημερινότητα με ενδιαφέρον και μικρές χαρές. Για όλους, όμως, τους άλλους που δεν έμαθαν από μικροί το πώς να διεκδικούν αυτά τα δώρα της ζωής και βλέπουν τον κόσμο μέσα από πιο σκούρα γυαλιά, η αναζήτηση βοήθειας στην προσπάθεια συμφιλίωσης με το διαβήτη μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική. Γιατί, για να συμφιλιωθεί κανείς με την πάθησή του, θα χρειαστεί να συμφιλιωθεί και με άλλες αδυναμίες του, να κοιτάξει λίγο πιο προσεκτικά τη ζωή του, να δει πιο βαθιά τις σχέσεις του, να φροντίσει πιο εντατικά την υγεία του, να διατυπώσει έναν πιο αισιόδοξο λόγο για τη ζωή γενικότερα.