Γράφει ο Παπαδόπουλος Σάββας, Παθολόγος Διαβητολόγος

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης (ΣΔ) είναι μια πάθηση με χρόνια πορεία που μπορεί να προκαλέσει μια σειρά σοβαρών επιπλοκών. Η εκδήλωση της νόσου μπορεί να έχει παρουσιαστεί ήδη στον οργανισμό μας και να μην το γνωρίζουμε. Αυτό συμβαίνει διότι δεν έχει σαφή συμπτώματα τα οποία θα μας οδηγήσουν στον γιατρό για περαιτέρω διερεύνηση.

Τα κυριότερα συμπτώματα της νόσου είναι η πολυδιψία (έντονη δίψα), η πολυουρία (περισσότερο τις βραδινές ώρες), η πολυφαγία (η οποία όμως συνοδεύεται από απώλεια και όχι από αύξηση βάρους εξαιτίας της ανικανότητας των κυττάρων να προσλάβουν γλυκόζη), η φαγούρα, η συχνή εξάντληση χωρίς ιδιαίτερη σωματική δραστηριότητα και τέλος οι συχνές φλεγμονές και λοιμώξεις.
Στην περίπτωση που εμφανίζονται τα παραπάνω συμπτώματα, είναι σημαντικό να επισκεπτόμαστε τον γιατρό μας ο οποίος θα ζητήσει μεταξύ άλλων εξέταση αίματος για σάκχαρο, καμπύλη σακχάρου και γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη.

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης, εκτός από τον διαβήτη κύησης που είναι ειδική κατάσταση, διακρίνεται σε δύο κύριες κατηγορίες:

  • Τον ινσουλινοεξαρτώμενο ή διαβήτη τύπου 1, ο οποίος χαρακτηρίζεται από καταστροφή των β-κυττάρων του παγκρέατος, τα οποία είναι υπεύθυνα για την παραγωγή της ινσουλίνης, με αποτέλεσμα να υπάρχει ολική έλλειψη ή ελάχιστη έκκριση ινσουλίνης. Σε αυτήν την περίπτωση ο ασθενής είναι απόλυτα εξαρτημένος από τη χορήγηση ινσουλίνης προκειμένου τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα του να διατηρηθούν σε φυσιολογικά επίπεδα. Ο τύπος αυτός αποτελεί την κυριότερη αιτία διαβήτη σε παιδιά, μπορεί όμως να προσβάλλει και τους ενήλικες.
  • Τον μη ινσουλινοεξαρτώμενο ή διαβήτη τύπου 2, ο οποίος είναι και ο πιο συχνός αφού αφορά περίπου το 90% του συνόλου των διαβητικών. Στα άτομα αυτά, το πάγκρεας παράγει λιγότερη ινσουλίνη από αυτή που χρειάζεται ο οργανισμός με αποτέλεσμα την αυξημένη τιμή του σακχάρου στο αίμα. Έχει άμεση σχέση με την παχυσαρκία και προσβάλει κυρίως ενήλικες, αλλά με την άνοδο της συχνότητας της παχυσαρκίας στα παιδιά τα τελευταία χρόνια η επιδημιολογία έχει αλλάξει και εμφανίζεται πλέον και σε παιδιά. 

Ο διαβήτης από μόνος του και όταν είναι σωστά ρυθμισμένος δεν προκαλεί κάποια απειλητικά για τη ζωή συμπτώματα, εκτός από ακραίες καταστάσεις. Η ύπαρξη όμως αυξημένων τιμών σακχάρου και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα, σχετίζεται με τη δημιουργία βλαβών στα μικρά και τα μεγάλα αγγεία του σώματος που μακροπρόθεσμα οδηγούν σε επιπλοκές, όπως καρδιακά επεισόδια, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, περιφερική αγγειοπάθεια, βλάβη των νεφρών, προσβολή των αγγείων των ματιών που οδηγεί σε μείωση της όρασης ακόμα και σε τύφλωση κ.λπ.

Στην Ελλάδα, σχεδόν 800.000-1.000.000 άτομα (8-10% του πληθυσμού) πάσχουν από διαβήτη, ενώ 95% των περιπτώσεων ΣΔ είναι τύπου 2. Το 50% δεν είναι διαγνωσμένοι. Είναι πιο συχνή νόσος σε μεγάλες ηλικίες (ίσως και 25% σε άτομα >75 ετών). Σύμφωνα με την Ελληνική Διαβητολογική Εταιρία, από τα άτομα με διαβήτη το 30-40% είναι ηλικίας 65 ετών και άνω.
Είναι πλέον κοινώς αποδεκτό πως ο ΣΔ τύπου 2 αποτελεί μια μάστιγα, ενώ φαίνεται πως μόνο το 50% των ασθενών επιτυγχάνουν τους θεραπευτικούς στόχους, όπως αυτοί ορίζονται από τις διεθνείς επιστημονικές εταιρίες, σχετικά με το επίπεδο σακχάρου στο αίμα.

Σε κάθε περίπτωση, άτομα που έχουν διαγνωστεί ότι πάσχουν από διαβήτη, θα πρέπει να αλλάζουν τρόπο ζωής και να υιοθετούν πιο υγιεινή συμπεριφορά με σωστή διατροφή η οποία περιλαμβάνει πολλές σαλάτες και λίγους υδατάνθρακες (μακαρόνια, ψωμί κ.λπ.), ενώ η άσκηση θα πρέπει να αποτελεί κομμάτι της ζωής τους. Παράλληλα, θα πρέπει να ελέγχουν τα επίπεδα της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c) κάθε 3 μήνες ,η οποία για την πλειοψηφία των ασθενών θέλουμε να είναι μικρότερη του 7 %.

Η διατήρηση των τιμών της γλυκόζης όσο το δυνατόν πλησιέστερα στα φυσιολογικά επίπεδα έχει αποδειχθεί ότι έχει ευεργετική επίδραση και αποτρέπει την εμφάνιση επιπλοκών που σχετίζονται με τον διαβήτη και είναι επικίνδυνες ακόμη και για την ίδια τη ζωή.

Στην προσπάθεια επίτευξης αλλά και διατήρησης του γλυκαιμικού ελέγχου χρειάζονται συχνά συνδυαστικές θεραπείες με βάση την μετφορμίνη που θεωρείται πρώτη επιλογή. Κριτήρια επιλογής, ειδικά στην έγκαιρη και επιθετική θεραπεία της νόσου (πριν εγκατασταθούν οι επιπλοκές) αποτελούν εκτός από την αποτελεσματικότητα της θεραπείας, η αποφυγή των υπογλυκαιμιών και της αύξησης του σωματικού βάρους. Τα τελευταία χρόνια έχουν κυκλοφορήσει αρκετά νέα σκευάσματα.

Η πιο ευρέως χρησιμοποιούμενη κατηγορία αντιδιαβητικών φαρμάκων «νέας γενιάς» είναι οι αναστολείς DPP-IV, οι οποίοι συμβάλλουν στην καλύτερη, έγκαιρη και ασφαλή ρύθμιση του σακχάρου. Τα φάρμακα αυτά χορηγούνται από το στόμα, δεν προκαλούν υπογλυκαιμίες ή αύξηση βάρους. Το πρώτο και πιο δοκιμασμένο φάρμακο της κατηγορίας, η σιταγλιπτίνη, κυκλοφορεί και στην Ελλάδα σε ένα νέο δοσολογικό σχήμα 50 mg, έτσι ώστε και οι ασθενείς με μέτριου βαθμού νεφρική δυσλειτουργία να μπορούν να επωφεληθούν από αυτή την αγωγή.