Πώς αντιμετωπίζεται σήμερα ο καρκίνος του θυρεοειδούς;

Παρόλο που το διαφοροποιημένο καρκίνωμα θυρεοειδούς (θηλώδες και θυλακιώδες) έχει συνήθως άριστη πρόγνωση, η εξέλιξη της νόσου εξαρτάται από τη σωστή διάγνωση και τη σωστή αρχική θεραπευτική αντιμετώπιση. Η αρχική θεραπεία συνίσταται στη χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδούς και στη συμπληρωματική χορήγηση ραδιενεργού ιωδίου για την καταστροφή των θυρεοειδικών υπολειμμάτων.

Για τους περισσότερους ενδοκρινολόγους, η σχεδόν ολική ή ολική θυρεοειδεκτομή αποτελεί την επέμβαση εκλογής γιατί εξασφαλίζει αποδεδειγμένα αυξημένο ποσοστό επιβίωσης των ασθενών, χαμηλότερο ποσοστό υποτροπών της νόσου και μεγαλύτερη διαγνωστική αξία στη μέτρηση της θυρεοσφαιρίνης κατά την παρακολούθηση των ασθενών για εμμονή ή υποτροπή της νόσου.

Μετά την αρχική αντιμετώπιση, χορηγείται θυροξίνη εφόρου ζωής και σε δοσολογία τέτοια ώστε η TSH να βρίσκεται κάτω από τα κατώτερα όρια της μεθόδου μέτρησης (θεραπεία αναστολής).

Τα θηλώδη και θυλακιώδη καρκινώματα προερχόμενα από τα θυλακιώδη κύτταρα του θυρεοειδούς διατηρούν σε μεγάλο ποσοστό τις ιδιότητες των φυσιολογικών θυρεοειδικών κυττάρων, δηλαδή προσλαμβάνουν ιώδιο και μπορούν να συνθέτουν και να εκκρίνουν θυρεοσφαιρίνη.

Με βάση τις δύο αυτές ιδιότητές τους, μπορούμε να τα αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά σε μεγάλο ποσοστό με τη χορήγηση ραδιενεργού ιωδίου μετά την εγχείρηση, για την καταστροφή των θυρεοειδικών υπολειμμάτων αλλά και για την αντιμετώπιση των μεταστάσεων.

Ακόμα, διευκολύνει την παρακολούθηση των αρρώστων μετά την αρχική θεραπεία, με το ολόσωμο σπινθηρογράφημα και τις μετρήσεις της θυρεοσφαιρίνης. Οι μοναδικές περιπτώσεις που δεν χορηγείται ραδιενεργό ιώδιο, είναι τα θηλώδη μικροκαρκινώματα.

Σε σειρές με μακροχρόνια παρακολούθηση μικροκαρκινωμάτων η παρουσία υποτροπών αναφέρεται εξαιρετικά σπάνια με αποτέλεσμα να έχουν άριστη πρόγνωση.

Η παρακολούθηση των αρρώστων μετά την αρχική αντιμετώπιση είναι αναγκαία και γίνεται με τη μέτρηση της θυρεοσφαιρίνης (Tg). Εκτεταμένες μελέτες έχουν δείξει ότι η θυρεοσφαιρίνη αποτελεί τον πλέον ευαίσθητο δείκτη για τη διερεύνηση υποτροπής ή μεταστατικής νόσου στους ασθενείς με διαφοροποιημένο καρκίνωμα θυρεοειδούς (πλην του μυελοειδούς που χρησιμοποιείται η καλσιτονίνη).

Προβλήματα στη διερεύνηση για την παρουσία ή απουσία ενεργούς νόσου προκαλεί η παρουσία αντιθυρεοσφαιρινικών αντισωμάτων, τα οποία παρεμβαίνουν στη μέτρηση αυτής και μπορεί να δώσουν συνήθως ψευδώς χαμηλότερα ή και ψευδώς υψηλότερα επίπεδα θυρεοσφαιρίνης.

Εκτός της θυρεοσφαιρίνης, η παρακολούθηση του καρκίνου του θυρεοειδούς όσον αφορά την παρουσία τοπικής υποτροπής ή μακρινών μεταστάσεων γίνεται με απεικονιστικές μεθόδους, όπως το υπερηχογράφημα τραχήλου, το ολόσωμο σπινθηρογράφημα σώματος με ραδιενεργό ιώδιο, την αξονική τομογραφία και το σπινθηρογράφημα οστών.

Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιείται και η ανθρώπινη ανασυνδυασμένη θυρεοτρόπος ορμόνη (rhTSH), τόσο για την παρακολούθηση των ασθενών με διαφοροποιημένο θυλακιοκυτταρικό καρκίνωμα του θυρεοειδούς όσο και για τη χορήγηση θεραπείας με ραδιενεργό ιώδιο.

Το πλεονέκτημα της χορήγησης rhTSH κατά την παρακολούθηση είναι ότι αποφεύγονται οι δυσμενείς συνέπειες της διακοπής της θεραπείας αναστολής με θυροξίνη, δηλαδή τα συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού και η επίπτωσή τους στη λειτουργία ζωτικών οργάνων όπως ο εγκέφαλος, η καρδιά, το ήπαρ και οι νεφροί, ενώ δεν επηρεάζεται η ποιότητα ζωής και η καθημερινότητα των ασθενών.

Ακόμα, η rhTSH χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή μεταστατική νόσο όπου η λήψη ραδιενεργού ιωδίου μπορεί να είναι αρκετά συχνή ή σε ασθενείς μεγάλης ηλικίας με άλλη σοβαρή νόσο (καρδιακή ή αναπνευστική ανεπάρκεια) στους οποίους οι επιπτώσεις του υποθυρεοειδισμού μπορεί να είναι μοιραίες.

Οι παρενέργειες της χορήγησης της rhTSH είναι ελάχιστες (παροδική κεφαλαλγία και ναυτία) και το σύνολο των ασθενών προτιμά τη χρησιμοποίηση της rhTSH έναντι της διακοπής της θεραπείας αναστολής με θυροξίνη.

Τέλος, στις περιπτώσεις εκτεταμένου ή ανθεκτικού στο ραδιενεργό ιώδιο ιαφοροποιημένου θυρεοειδικού καρκινώματος και όπου οι συμβατικές θεραπείες έχουν περιορισμένη ικανότητα, καινούργιες θεραπείες βρίσκονται υπό δοκιμή. Οι θεραπείες αυτές στοχεύουν στην πρωταρχική γονιδιακή αλλαγή που ενέχεται στην καρκινογένεση ή στην αναστολή παραγόντων που συμβάλλουν στην αύξηση και τη διηθητική ικανότητα του όγκου.

Συμπεράσματα

  • Ο καρκίνος του θυρεοειδούς είναι η συχνότερη ενδοκρινολογική κακοήθης νεοπλασία.
  • Ένα μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων αναπτύσσουν θυρεοειδικούς όζους κατά τη διάρκεια της ζωής τους αλλά λίγοι από αυτούς κρύβουν κακοήθεια.
  • Τα άτομα με ιστορικό ακτινοβολίας στην περιοχή του τραχήλου ή θετικό κληρονομικό ιστορικό θα πρέπει να ελέγχονται από ειδικό γιατρό (ενδοκρινολόγο) τόσο για την φυσιολογική λειτουργία του θυρεοειδούς όσο και για την παρουσία οζιδίων στον αδένα.
  • Το υπερηχογράφημα και η κυτταρολογική εξέταση των επιχρισμάτων των όζων του θυρεοειδούς μετά από βιοψία με λεπτή βελόνα αποτελούν τις καλύτερες διαγνωστικές δοκιμασίες για την ύπαρξη κακοήθειας.
  • Η θεραπευτική αντιμετώπιση και η εξέλιξη του διαφοροποιημένου θυρεοειδικού καρκίνου εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως η αρχική επέκταση της νόσου, η ηλικία εμφάνισης και η παρουσία ή όχι μεταστάσεων.
  • Η θυρεοσφαιρίνη είναι ο πλέον αξιόπιστος δείκτης για την παρακολούθηση των ασθενών με θυλακιοκυτταρικό καρκίνωμα θυρεοειδούς.
  • Η καλσιτονίνη είναι ο καλύτερος δείκτης τόσο για την προκλινική διάγνωση όσο και για τη μετεγχειρητική παρακολούθηση των ασθενών με μυελοειδές καρκίνωμα του θυρεοειδούς.
  • Η πρόγνωση του θυρεοειδικού καρκίνου είναι άριστη εκτός από τις περιπτώσεις ασθενών με εξαρχής εκτεταμένη νόσο και τις περιπτώσεις μυελοειδούς ή αδιαφοροποίητου καρκινώματος, οι οποίες ευτυχώς είναι σπάνιες.

Πηγές: Ανδρομάχη Βρυωνίδου-Μπομποτά, Αναπληρώτρια Διευθύντρια Τμήματος Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού, Γ.Ν.Α. 'Κοργιαλένειο-Μπενάκειο ΕΕΣ'.