Γράφει η Άρτεμις Κ. Τσίτσικα, Λέκτορας Εφηβικής Παιδιατρικής, Επιστημονική Υπεύθυνος Μονάδας Εφηβικής Υγείας (Μ.Ε.Υ.), Β΄ Παιδιατρική Κλινική Παν/μίου Αθηνών Νοσοκομείο Παίδων ‘Π. & Α. Κυριακού’

Οι έφηβοι βρίσκονται σε μια ηλικία μεταβατική, μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ενηλικίωσης, και έχουν μοναδικά χαρακτηριστικά και ανάγκες. Ο τρόπος σκέψης τους είναι συγκεκριμένος, με προσκόλληση στο παρόν και σχετική ανωριμότητα στην υποθετική και αφηρημένη σκέψη.

Τα παραπάνω οδηγούν στη δυσκολία συνειδητοποίησης των συνεπειών των πράξεών τους και την πεποίθηση ότι είναι ‘άτρωτοι’ και ότι ‘σε αυτούς δεν πρόκειται να συμβεί τίποτε κακό’. Στη βιβλιογραφία τα παραπάνω αναφέρονται ως το φαινόμενο του εφηβικού ‘προσωπικού μύθου’-the personal myth.

Επιπλέον, η εφηβεία είναι η ηλικία του πειραματισμού, της πρόκλησης και των πρωτόγνωρων εμπειριών, καθώς και της επαναστατικότητας έναντι σε κάθε μορφής εξουσία, και πάνω απ’ όλα της γονεϊκής. Οι ρομαντικές σχέσεις χαρακτηρίζονται από ένταση και εξιδανίκευση του συντρόφου, γρήγορη απογοήτευση και νέα εμπλοκή σε κάτι καινούριο με την ίδια ένταση και ενθουσιασμό.

Το φαινόμενο αυτό περιγράφεται στη βιβλιογραφία ως ‘σειριακή μονογαμία’-serial monogamy. Μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό οι έφηβοι ανακαλύπτουν τη σεξουαλικότητά τους και προχωρούν σε έναρξη της σεξουαλικής τους ζωής, χωρίς συχνά να έχουν την αναπτυξιακή ωριμότητα να διαχειριστούν δυσκολίες που μπορεί να προκύψουν.

Επιπλέον, η σχετικά ανεπαρκής ενημέρωση σχετικά με θέματα σεξουαλικής αγωγής στη χώρα μας, τόσο από την οικογένεια, όσο και από το σχολείο, μπορεί να οδηγήσουν σε επιπόλαιες επιλογές και έκθεση σε κινδύνους. Σύμφωνα με έρευνα της Μονάδας Εφηβικής Υγείας (Μ.Ε.Υ) της Β’ Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών που δημοσιεύτηκε πρόσφατα, 16% του δείγματος σχολικού εφηβικού πληθυσμού στην Αττική έχει ξεκινήσει σεξουαλική δραστηριότητα με μέση ηλικία έναρξης τα 14 έτη, ενώ ένα επιπλέον 19.5% πειραματίζεται σεξουαλικά με τρόπους εκτός της πλήρους διεισδυτικής επαφής με μέση ηλικία τα 13.5 έτη.

Από τους εφήβους του δείγματος ένα 85% αναφέρει μεν ότι χρησιμοποιεί το προφυλακτικό, ωστόσο μόνο το 30% το χρησιμοποιεί σε κάθε επαφή και σε όλη τη διάρκεια της επαφής. Έχοντας υπόψη τις παραπάνω παραμέτρους, αντιλαμβάνεται κανείς την αναγκαιότητα πρόληψης έναντι των μεταδοτικών νοσημάτων που μπορεί να εκδηλωθούν στην εφηβεία αλλά και την επίπονη προσπάθεια που απαιτείται από γονείς και ιατρούς για τη συμμόρφωση των εφήβων σε αυτή την πρακτική.

HPV

Ένας ιός ο οποίος εμπλέκεται σε μεγάλο εύρος νοσημάτων που ξεκινούν από την εφηβική ηλικία είναι ο ιός των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV). Ο ιός HPV είναι ο αποκλειστικός υπεύθυνος για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας είναι η δεύτερη συνηθέστερη αιτία θανάτου από καρκίνο στην Ευρώπη, μετά τον καρκίνο του μαστού, σε νεαρές γυναίκες ηλικίας 15-44 ετών.

Ο HPV όμως προκαλεί μεγάλο αριθμό και άλλων σοβαρών νοσημάτων, όπως καρκίνο του αιδοίου, κόλπου, πέους, πρωκτού και γεννητικά κονδυλώματα, ενώ επιπλέον ευθύνεται για ορισμένες μορφές καρκίνου στοματοφάρυγγα, στοματικής κοιλότητας και λάρυγγα.

Ο ιός HPV είναι πολύ συχνός στους εφήβους. Σύμφωνα με έρευνα της Μ.Ε.Υ της ΄Β Παιδιατρικής Κλινικής και της Α’ Γυναικολογικής Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών, από τις σεξουαλικά δραστήριες έφηβες 13,5 έως 19 ετών που προσήλθαν στη Μ.Ε.Υ., 54% ήταν θετικές σε κάποιον τύπο HPV, ενώ 23% ήταν θετικές σε τύπο HPV υψηλού κινδύνου.

Έτσι επιβεβαιώνονται και τα επιδημιολογικά στοιχεία που εμφανίζουν υψηλό ποσοστό προκαρκινικών αλλοιώσεων τραχήλου της μήτρας, αιδοίου και κόλπου αλλά και γεννητικών κονδυλωμάτων από τον ιό HPV σε νεαρές γυναίκες ηλικίας 19-27 ετών.

Μάλιστα οι προκαρκινικές αλλοιώσεις, αν δεν αντιμετωπιστούν, συχνά οδηγούν σε καρκίνο του τραχήλου της μήτρας σε γυναίκες ηλικίας 30 έως 40 ετών.

Ο HPV είναι πολύ μεταδοτικός. Η μετάδοσή του γίνεται μέσω σεξουαλικών επαφών, οι οποίες όμως δεν είναι απαραίτητο να είναι ολοκληρωμένες. Αρκεί και η απλή επαφή των γεννητικών οργάνων δύο ατόμων, ενώ ο ιός μπορεί να μεταδοθεί και μέσω χεριών.

Επίσης, σπανιότερα ο ιός μπορεί να μεταδοθεί από τη μητέρα στο νεογνό ή ακόμη και μέσω εσωρούχων ή άλλων υφασμάτων. Για τους λόγους αυτούς ακόμη και το προφυλακτικό, αν και μειώνει τον κίνδυνο λοίμωξης από HPV, δεν προστατεύει απόλυτα.

Τη λοίμωξη από HPV δεν μπορεί κανείς να την αντιληφθεί άμεσα και χωρίς εξετάσεις, καθώς προκαλεί ‘σιωπηλή’ λοίμωξη, δεν εμφανίζει δηλαδή συμπτώματα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η λοίμωξη να μη θεραπεύεται και οι φορείς της να τη μεταδίδουν, μολύνοντας τους σεξουαλικούς συντρόφους τους.

Η λοίμωξη από τον ιό HPV δεν μπορεί να αποφευχθεί με κανέναν άλλο τρόπο εκτός από τον εμβολιασμό. Προλαμβάνοντας τη λοίμωξη, το εμβόλιο παρέχει πρόληψη έναντι των νοσημάτων που προκαλούνται από τον ιό ΗPV και συνεπώς εμποδίζει την ανάπτυξη προκαρκινικών βλαβών και καρκίνου.

Ο εμβολιασμός αποτελεί σε όλο τον κόσμο τη σύγχρονη ιατρική πρακτική της πρόληψης των νοσημάτων που προκαλεί ο ιός HPV. Δύο εμβόλια εναντίον του HPV κυκλοφορούν στην Ελλάδα. Ένα τετραδύναμο, το Gardasil, που περιέχει τους τύπους 6,11,16 και 18 και ένα διδύναμο με την ονομασία Cervarix που περιέχει τους τύπους 16 και 18.

Τα δύο διαθέσιμα εμβόλια, παρέχοντας μερική προστασία και για άλλους τύπους πλην αυτών που περιέχουν, προλαμβάνουν πάνω από το 75% του συνόλου των περιπτώσεων καρκίνου του τραχήλου της μήτρας και τις περισσότερες περιπτώσεις των άλλων μορφών καρκίνου της γεννητικής χώρας που προκαλεί ο ιός.

Το τετραδύναμο εμβόλιο προφυλάσσει και από το 90% των γεννητικών κονδυλωμάτων.

Το εμβόλιο δεν περιέχει τον ιό στη σύνθεσή του και ως εκ τούτου δεν μπορεί να μολύνει τον οργανισμό. Όλοι οι Διεθνείς Οργανισμοί Υγείας, μεταξύ των οποίων ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχουν αποφανθεί για την αποτελεσματικότητα αλλά και για την ασφάλεια του εμβολίου, το οποίο έχει διανεμηθεί σε πάνω από 70 εκατομμύρια δόσεις παγκοσμίως και έχει μελετηθεί εκτεταμένως σε κλινικές μελέτες.

Δημοσιεύματα χωρίς επιστημονική βάση για την ασφάλεια του εμβολίου αποδεικνύεται σήμερα ότι το μόνο που πέτυχαν ήταν να αναστείλουν έφηβες και γυναίκες από το να ασκήσουν το δικαίωμα να εμβολιαστούν και να προστατευτούν από την HPV λοίμωξη.

Στην Ελλάδα το εμβόλιο κυκλοφορεί από το 2007 και πολλές χιλιάδες κορίτσια και νεαρές γυναίκες έχουν ήδη εμβολιασθεί. Το εμβόλιο χορηγείται σε 3 δόσεις ως ενδομυική ένεση στο βραχίονα κατά προτίμηση εντός εξαμήνου.

Στη χώρα μας, ο εμβολιασμός έναντι του ιού HPV έχει ενταχθεί επίσημα στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών του Υπουργείου Υγείας. Τα εμβόλια χορηγούνται δωρεάν σε όλα τα κορίτσια και τις νέες γυναίκες ηλικίας 12-26 ετών. Το μεγάλο αυτό ηλικιακό εύρος πολλές φορές λειτουργεί ως άλλοθι στους γονείς και τους εφήβους για αναβλητικότητα του εμβολιασμού.

Είναι σημαντικό να μη συσχετισθεί το εμβόλιο με την έναρξη της σεξουαλικής ζωής ή να θεωρηθεί πως δίνει το ‘πράσινο φως’ για κάτι τέτοιο. Ο εμβολιασμός έναντι του HPV αποτελεί εμβόλιο ρουτίνας για τα κορίτσια ηλικίας 12-15 ετών για λόγους ανεξάρτητους με την επικείμενη ή όχι έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας.

Η ηλικία αυτή, με αιχμή την ηλικία των 12 ετών, είναι η περίοδος που ολοκληρώνεται όλη η σειρά των εμβολίων του εθνικού προγράμματος εμβολιασμών, καθώς η ανταπόκριση στους εμβολιασμούς είναι η βέλτιστη και η συμμόρφωση των εφήβων στις ιατρικές συστάσεις υψηλή.

Είναι κρίμα να χαθεί η ευκαιρία να γίνει το εμβόλιο, αφού μετά τα 14-15 έτη οι έφηβοι σπάνια χρησιμοποιούν υπηρεσίες υγείας, ενώ εστιάζουν στη σχολική επίδοση, τις δραστηριότητες και το συναρπαστικό ταξίδι τους στις εξερευνήσεις της εφηβικής ηλικίας.

Οι γονείς από την άλλη επηρεάζουν όλο και λιγότερο το νεαρό άτομο, είναι συχνά αμήχανοι μπροστά στον καταιγισμό των μεταβολών και συμπεριφορών της εφηβείας και προσπαθώντας τελικά να ισορροπήσουν, μπορεί να αμελήσουν θέματα όπως οι εμβολιασμοί.

Είναι λάθος να θεωρείται από τους γονείς ότι το εμβόλιο αποτελεί διαβατήριο για έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας.

Το εμβόλιο παρέχεται δωρεάν έως την ηλικία των 26 ετών λόγω των πολλαπλών οφελών που προσφέρει ο εμβολιασμός και στις έφηβες και νεαρές γυναίκες που δεν έχουν εμβολιαστεί στην ηλικία των 12-15 ετών. Στις μεγαλύτερες κοπέλες, ανεξάρτητα από το αν έχουν εκτεθεί στον ιό ή όχι, ο εμβολιασμός με το ΗPV εμβόλιο θα τις προστατεύσει από μελλοντικές λοιμώξεις.

Πρέπει να εξαλειφθεί η παρανόηση ότι το τεστ Παπανικολάου είναι ανταγωνιστική μέθοδος για την πρόληψη του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Το τεστ Παπ θα ανιχνεύσει πρώιμα βλάβες από τους πιο σπάνιους τύπους του ιού HPV, για τους οποίους το εμβόλιο δεν παρέχει απόλυτη προστασία.

Ο εμβολιασμός είναι η σύγχρονη μέθοδος πρόληψης του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας για έφηβες και νεαρές γυναίκες χωρίς σεξουαλική δραστηριότητα, ενώ ο εμβολιασμός ακολουθούμενος από τη συστηματική χρήση του τεστ Παπανικολάου είναι η ενδεικνυόμενη μέθοδος πρόληψης για τις μεγαλύτερες γυναίκες.

Συμπερασματικά, ο εμβολιασμός καλό είναι να γίνει στην πρώτη ευκαιρία σε όλες τις εφήβους ή νεαρές γυναίκες, με προτίμηση στο χαμηλότερο ηλικιακό όριο των 12 ετών.