Η πρώιμη ωοθηκική ανεπάρκεια (ΠΩΑ) ορίζεται από το συνδυασμό αμηνόρροιας (απουσία εμήνου ρύσως), μείωσης των οιστρογόνων ορμονών στο αίμα και αύξησης των γοναδοτροπινών (δηλαδή των ορμονών της υπόφυσης που ελέγχουν την αναπαραγωγική λειτουργία) σε γυναίκες ηλικίας μικρότερης των 40 χρονών.

Η επίπτωση της νόσου υπολογίζεται σε 1/250 σε γυναίκες ηλικίας μικρότερης των 30 χρονών και 1/100 σε γυναίκες μικρότερες των 40 χρονών,ενω η ΠΩΑ αποτελεί το 10% των αιτίων της δευτεροπαθούς αμηνόρροιας (διακοπή της περιόδου μετά την εμφάνισή της).

Επειδή στην πραγματικότητα πρόκειται για εμμηνόπαυση - που όμως συμβαίνει πολύ πιο ενωρίς από την αναμενομένη - η κλινική εικόνα της νόσου μοιάζει με αυτήν της φυσικής εμμηνόπαυσης, η οποία εκδηλώνεται συνήθως μεταξύ της 4ης - 5ης δεκαετίας της ζωής.

Έτσι η γυναίκα εμφανίζει αμηνόρροια, η οποία αποτελεί ίσως το πρώτο σύμπτωμα το οποίο και θα την οδηγήσει στο γιατρό. Ταυτόχρονα παρουσιάζει όλα τα συμπτώματα της μετεμμηνοπαυσιακής γυναίκας, δηλαδή εξάψεις, νυχτερινές εφιδρώσεις, αλλαγές της διάθεσης, αίσθημα κόπωσης, δυσπαρευνία (πόνο στη συνουσία) - επακόλουθα όλα της έλλειψης οιστρογόνων.

Η πλειοψηφεία των γυναικών που έχουν εκδηλώσει πρώιμη ωοθηκική ανεπάρκεια είχαν φυσιολογική εφηβεία ενώ εμφάνιζαν τακτικούς κύκλους αρχικά. Η διαταραχή της περιόδου είναι το πιο σύνηθες σύμπτωμα με το οποίο εκδηλώνεται η νόσος, χωρίς όμως να υπάρχει κάποιο παθογνωμονικο εύρημα το οποίο να οριοθετεί την έναρξη της.

Η αμηνόρροια μπορεί να εκδηλωθεί αιφνίδια η μετά από προηγούμενο διάστημα κατά το οποίο προηγήθηκε ολιγομηνόρροια η λειτουργικές αιμορραγίες της μήτρας .Τη νόσο οφείλει να την υποπτευθεί κανείς όταν δεν εμφανίζεται η περίοδος μετά από την διακοπή αντισυλληπτικών δισκίων που ελάμβανε προηγουμένως η γυναίκα η μετά από προηγηθείσα εγκυμοσύνη .Σε κάποιες γυναίκες η νόσος διαγιγνώσκεται στα πλαίσια του ελέγχου που γίνεται λόγω υπογονιμότητας .

Όσον αφορά την αιτιολογία της αυτή συνοψίζεται σε δυο κατηγορίες: 

  • Aιτιά που οδηγούν σε πρώιμη ατρησία των ωοθυλακίων 
    • Γενετικά ελλείμματα όπως χρωμοσωμικες ανωμαλίες που κατά βάση βεβαία προκαλούν πρωτοπαθή αμηνόρροια (η περίοδος δεν εμφανίζεται ποτέ από την αρχή της εφηβείας) υπάρχουν όμως και ανωμαλίες που ευθύνονται και για εμφάνιση πρόωρης ανεπάρκειας των ωοθηκών.
    • Παράγοντες που δρούν τοξικά στις ωοθήκες:
      • προηγουμένη χημειοθεραπεία
      • ακτινοβολία της πυέλου
      • φλεγμονές όπως πχ ιός παρωτίτιδας, CSV , HIV Κολ.
      • αυτοανοσια ,
      • είτε μεμονωμένη, είτε στα πλαίσια αυτοάνοσου πολυαδενικού συνδρόμου ( ταυτόχρονη συνύπαρξη με ανεπάρκεια των επινεφριδίων, αυτοανοση θυρεοειδική νόσο, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, μυασθένεια Gravis κλπ).

Γυναίκες με ΠΩΑ έχουν 10 - 40 % πιθανότητα να εκδηλώσουν μια άλλη αυτοανοσο νόσο, όπως και το αντίστροφο δηλαδή γυναίκες που πάσχουν από αυτοάνοση νόσο έχουν αυξημένη πιθανότητα (25 - 60 %) να εμφανίσουν ΠΩΑ.

  • Αίτια που οδηγούν σε σε ελαττωμένη διέγερση των ωοθυλακίων
    • Ενδοωοθηκικοί παράγοντες που τροποποιούν την λειτουργία των ωοθηκών
    • Μεταλλάξεις γονιδίων που αφορούν τις γοναδοτροπίνες (FSH, LH ), είτε τον υποδοχέα τους.

Η έγκαιρη διάγνωση της ΠΩΑ είναι πολύ σημαντική γιατί έτσι μπορεί να προληφθούν η οστεοπόρωση και οι καρδιαγγειακές νόσοι, οι οποίες είναι απόρροια της απουσίας των οιστρογόνων .

Η βασική θεραπεία συνιστάται στην χορήγηση οιστρογόνων - προγεστερόνης, στην προσπάθεια να μιμηθούμε τη φύση και να αποκαταστήσουμε τον κύκλο της γυναίκας, προλαμβάνοντας έτσι και τις συνέπειες της πρώιμης ωοθηκικής ανεπάρκειας.

Όσον αφορά την δυνατότητα σύλληψης αυτή είναι περιορισμένη. Έχουν περιγραφεί όμως περιπτώσεις κυήσεως κυρίως σε γυναίκες που προηγουμένως θεραπεύονταν με οιστρογόνα.

Μικρό ποσοστό γυναικών με ΠΩΑ και φυσιολογικό καρυότυπο μπορεί να εμφανίσουν περιστασιακά γονιμότητα σε ποσοστό 5%.

Η έρευνα πάντως και σε αυτό το πεδίο συνεχίζεται και ίσως στο μέλλον να μπορούμε να προλάβουμε την εκδήλωση της ΠΩΑ ή τουλάχιστον να είμαστε πιο αποτελεσματικοί σε ότι έχει σχέση με το θεραπευτικό μέρος, έτσι ώστε οι γυναίκες να μη νοιώθουν μειονεκτικά θεωρώντας ότι έχουν μια αναπηρία.

Πηγές: Ιωάννα Θεοδωροπούλου,ειδικευομένη ενδοκρινολόγος Τμήμα Ενδοκρινολογίας και Μεταβολισμού,ΓΝΑ "Κοργιαλένειο-Μπενάκειο ΕΕΣ"