Τα ινομυώματα είναι μικρά καλοήθη ογκίδια που βρίσκονται στη μήτρα και έχουν σύσταση που μοιάζει αρκετά με αυτήν του χόνδρου. Η ιατρική τους ονομασία είναι 'λειομυώματα'. Τα ινομυώματα είναι υπεύθυνα για διαταραχές της εμμήνου ρύσεως (περίοδος), υπογονιμότητα και αύξηση του όγκου της μήτρας.

Διακρίνονται σε 3 τύπους, ανάλογα με τη θέση τους:

  • ενδοτοιχωματικά
  • υποβλεννογόνια  υπορρογόνια
  • Η μήτρα αποτελείται από τρία στρώματα: τον ορογόνο χιτώνα στο εξωτερικό της, το μυομήτριο που είναι παχύ και αποτελείται από μυϊκές ίνες και το ενδομήτριο που καλύπτει εσωτερικά το μυομήτριο και είναι υπεύθυνο για την περίοδο κάθε μήνα. Το μυομήτριο είναι μαλακό και παχύ, διατείνεται κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και συσπάται κατά τον τοκετό. Το ενδομήτριο τοίχωμα αυξάνεται κάθε μήνα υπό την επίδραση των ορμονών και όταν παχαίνει αρκετά και αποπίπτει, η γυναίκα αιμορραγεί.

Αν η γυναίκα συλλάβει, τότε το ενδομήτριο είναι το στρώμα μέσα στο οποίο θα εμφυτευθεί το έμβρυο. Κατά συνέπεια η ποιότητα και το πάχος του ενδομητρίου είναι εξαιρετικά σημαντικά για την εγκυμοσύνη. Ο ορογόνος χιτώνας περιβάλλει εξωτερικά το μυομήτριο και είναι πολύ λεπτός.

Τα ενδοτοιχωματικά ινομυώματα, όπως προδίδει το όνομά τους, βρίσκονται μέσα στο τοίχωμα της μήτρας. Συνήθως έχουν μικρό μέγεθος (2-3 cm) και δεν δημιουργούν προβλήματα.

Ο όγκος της μήτρας αυξάνεται ελαφρά, καθώς και το σχήμα της, αλλά πέραν αυτού χρειάζεται μόνο να παρακολουθεί κανείς την πιθανή αύξηση του μεγέθους τους. Όταν όμως το μέγεθος των ενδοτοιχωματικών ινομυωμάτων αυξηθεί αρκετά τότε αυτά μπορεί να εφάπτονται του ενδομητρίου.

Στην περίπτωση αυτή αλλάζουν τα χαρακτηριστικά τόσο της αρχιτεκτονικής –της πορείας – του ενδομητρίου μέσα στη μήτρα, όσο και της υφής του.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να αυξάνεται η ποσότητα του αίματος στην περίοδο. Αν η γυναίκα προσπαθεί να συλλάβει τότε μπορεί να έχει δυσκολίες στη σύλληψη λόγω της αλλοιωμένης δομής του ενδομητρίου. Τα υποβλεννογόνια ινομυώματα είναι αυτά τα οποία προβάλλουν στο εσωτερικό της ενδομήτριας κοιλότητας.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο επηρεάζουν άμεσα τη μορφολογία και τη δομή της. Γίνεται έτσι εμφανές ότι τα υποβλεννογόνια ινομυώματα παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην ποσότητα του αίματος της περιόδου.

Επιπλέον επειδή επηρεάζεται αρνητικά και η υφή του ενδομητρίου, καθότι αυτό δεν είναι γόνιμο στην περιοχή του ινομυώματος, δημιουργείται πρόβλημα υπογονιμότητας. Στο ενδομήτριο εμφυτεύονται τα έμβρυα και οποιαδήποτε αλλαγή του έχει άμεση επίδραση στην επιτυχή έκβαση της εγκυμοσύνης.

Τα υπορρογόνια ινομυώματα δεν αποτελούν μεγάλο πρόβλημα παρά μόνο αν το μέγεθός τους αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό που να επηρεάζει το ενδομήτριο. Συνήθως όμως αυξάνονται προς το εξωτερικό της μήτρας, δηλαδή προς τα κοιλιακά όργανα και δεν αποτελούν πρόβλημα.

Όταν τα υπορρογόνια ινομυώματα συγρατούνται με τη μήτρα μέσω ενός μίσχου, ονομάζονται μισχωτά. Τα ινομυώματα αυτά μπορεί να αυξηθούν πολύ σε μέγεθος και να δημιουργήσουν πιεστικά φαινόμενα σε γειτονικά όργανα. Γενικά όταν τα ινομυώματα μεγαλώσουν πολύ και ανάλογα με τη θέση τους, μπορεί να δημιουργήσουν προβλήματα στα γύρω όργανα (έντερο, ουροδόχος κύστη, ουρητήρες) και σπάνια μπορεί να συστραφούν δημιουργώντας σημεία νέκρωσης.

Πιο σπάνια μπορούν να εξαλλαγούν σε κακοήθεις όγκους της μήτρας, αλλά το ποσοστό αυτό εξαλλαγής είναι πραγματικά μικρό. Ανάλογα με τη θέση, την υφή και το μέγεθος του ινομυώματος είναι και η παρακολούθησή του. Αν το ινομύωμα δεν ενοχλεί παρακείμενα όργανα, δεν προκαλεί αιμορραγίες και δεν ενέχεται σε καταστάσεις υπογονιμότητας, τότε δεν χρειάζεται η αφαίρεσή του.

Η παρακολούθησή του γίνεται κατά κανόνα με διακολπικό υπερηχογράφημα εκτός από τα μεγάλα μισχωτά ινομυώματα που βρίσκονται πολύ κοντά στο κοιλιακό τοίχωμα. Το υπερηχογράφημα επαναλαμβάνεται κάθε 6 με 12 μήνες. Αξίζει να σημειωθεί ότι με την εμμηνόπαυση, όπου και μειώνεται σημαντικά η ποσότητα των οιστρογόνων, τα ινομυώματα σταματούν να αναπτύσσονται και υποστρέφουν -μικραίνουν- ή εκφυλίζονται σταδιακά.

Κατά συνέπεια η αφαίρεσή τους καθώς πλησιάζει η εμμηνόπαυση δεν κρίνεται απαραίτητη παρά μόνο αν προκαλούν προβλήματα.

Θεραπεία-Αντιμετώπιση

Τα ινομυώματα αντιμετωπίζονται κατ' εξοχήν με χειρουργική αφαίρεση-ινομυωματεκτομή. Η εναλλακτική μέθοδος του εμβολισμού των τροφοφόρων αγγείων με επεμβατικές ακτινολογικές τεχνικές δεν είναι διαδεδομένη και επιπλέον ενέχει κινδύνους για την υγεία της ασθενούς.

Επιπρόσθετα δεν έχουν απαντηθεί όλα τα ερωτήματα της επιστημονικής κοινότητας σχετικά με την ικανότητα εγκυμοσύνης μετά από τον εμβολισμό την μητριαίων αρτηριών. Η χειρουργική αφαίρεση γίνεται είτε λαπαροσκοπικά είτε με ανοικτή κοιλιακή τομή-λαπαροτομία.

Η λαπαροσκοπική μέθοδος είναι τεχνικά πιο απαιτητική και εφαρμόζεται σε ινομυώματα συγκεκριμένου μεγέθους και θέσης. Το πλεονέκτημα είναι ότι η ασθενής έχει πολύ γρήγορη μετεγχειρητική ανάρρωση, μικρότερες τομές και γενικά απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα της λαπαροσκοπικής χειρουργικής.

Η λαπαροτομία είναι η κλασική μέθοδος αφαίρεσης με το πλεονέκτημα της δυνατότητας αφαίρεσης οποιουδήποτε ινομυώματος σε οποιαδήποτε θέση. Η πιο συχνή επιπλοκή των δύο επεμβάσεων είναι η αιμορραγία. Στη σπάνια περίπτωση όπου η αιμορραγία δεν ελέγχεται, η μόνη λύση είναι η υστερεκτομή-αφαίρεση της μήτρας.

Βέβαια η υστερεκτομή είναι σε πολλές περιπτώσεις η θεραπεία εκλογής από την αρχή, ειδικά σε μεγάλες γυναίκες ή σε πολύ μεγάλα ινομυώματα.

Η υστεροσκοπική μέθοδος εφαρμόζεται ειδικά για την αφαίρεση των υποβλεννογόνιων ινομυωμάτων. Έτσι μια μικρή κάμερα εισάγεται μέσω του τραχήλου στη μήτρα και το ινομύωμα αφαιρείται με διαθερμία ή laser χωρίς τομές και με ελαχιστοποίηση των πιθανών επιπλοκών.

Τα GnRh ανάλογα που χρησιμοποιούνται επί 3-6 μήνες προεγχειρητικά δεν αποτελούν μόνιμη θεραπεία.

Ουσιαστικά προσφέρουν παροδική μείωση του μεγέθους των ινομυωμάτων με τη μείωση της αιμάτωσής τους, αλλά το μειονέκτημά τους είναι ότι καθιστούν πιο δύσκολη τη χειρουργική αφαίρεσή τους, λόγω αλλαγής της δομής του φλοιού τους και προκαλούν παροδική εμμηνόπαυση στην ασθενή, με όλα τα αρνητικά συνεπακόλουθα.

Εν τέλει η απόφαση της αφαίρεσης ή όχι ενός ινομυώματος και του τρόπου με τον οποίο αυτή θα γίνει είναι πολυπαραγοντική και πρέπει να εξατομικεύεται προς το συμφέρον της κάθε ασθενούς.