Είναι πολύ συχνό το φαινόμενο να παραπονιούνται οι γυναίκες στο γυναικολόγο τους για απώλεια μεγάλης ποσότητας αίματος κατά την έμμηνο ρύση (περίοδο). Επίσης οι αιμορραγίες αυτές μπορεί να απασχολούν τις γυναίκες για αρκετό καιρό προτού ζητήσουν τη βοήθεια του γιατρού τους.

Σε γενικές γραμμές μπορούμε να διαχωρίσουμε τις αιμορραγίες σε αυτές όπου βρίσκουμε το γενεσιουργό αίτιο της αιμοραγίας και στις 'ιδιοπαθείς'.

Το πρώτο πράγμα που θα κάνει ο γυναικολόγος είναι να πάρει ένα καλό ιστορικό της ασθενούς. Το πλήρες γυναικολογικό ιστορικό, οι πιθανές ασθένειες και τα φάρμακα που λαμβάνει η ασθενής, μας δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για τη διάγνωση και την πιθανή λύση του προβλήματος.

Διαταραχές της πήξης του αίματος, η λήψη αντιπηκτικών ή αντιφλεγμονωδών φαρμάκων οδηγούν σε αλλοιωμένα χαρακτηριστικά πήξης του αίματος και σε μεγαλύτερες απώλειες κατά την έμμηνο ρύση.

Η κλινική εξέταση και το υπερηχογράφημα μήτρας και ωοθηκών που πάντα πρέπει να γίνονται, δίνουν πάρα πολύ σημαντικές πληροφορίες. Ειδικότερα με το διακολπικό υπερηχογράφημα αναγνωρίζονται ανατομικές ανωμαλίες της μήτρας (π.χ.

διαφράγματα, ινομυώματα) που ανάλογα με τη θέση τους μπορεί να ευθύνονται ακόμα και εξ' ολοκλήρου για το πρόβλημα.

Επιπλέον μπορούμε να βρούμε ενδομήτριους πολύποδες ή υπετροφικό ενδομήτριο.
Σημαντικό μέρος της διερεύνησης αποτελεί ο ορμονολογικός έλεγχος με τον οποίο διαπιστώνουμε τη φυσιολογική λειτουργία τόσο των ωοθηκών όσο και του θυρεοειδούς αδένα.


Η θεραπεία του προβλήματος εξαρτάται φυσικά από το αίτιο του.


Στην περίπτωση του ενδομήτριου πολύποδα και της υπερπλασίας του ενδομητρίου η υστεροσκόπηση με συνδυασμένη πολυπεκτομή και απόξεση είναι ο χρυσός κανόνας. Πρόκειται για επέμβαση μετά την οποία η ασθενής πηγαίνει κατευθείαν σπίτι της χωρίς παραμονή στο νοσοκομείο.

Μια πολύ λεπτή (6 μμ) κάμερα εισάγεται στην μήτρα από τον τράχηλο (χωρίς τομή) και ο πολύποδας αναγνωρίζεται και αφαιρείται. Αν ο πολύποδας είναι τραχηλικός τότε είναι πιθανό να είναι δυνατή η αφαίρεσή του χωρίς υστεροσκόπηση.

Όταν υπάρχει υποβλεννογόνιο (δηλαδή να εφάπτεται στο ενδομήτριο) ινομύωμα ή διάφραγμα στη μήτρα, αυτό αφαιρείται πάλι υστεροσκοπικά με την χρήση laser ή διαθερμίας. Στην περίπτωση κατά την οποία το ινομύωμα είναι ενδοτοιχωματικό ή μισχωτό αφαιρείται είτε λαπαροσκοπικά είτε με ανοιχτή τομή κοιλιακά, ανάλογα με το μέγεθος και τη θέση του.

Όταν βέβαια τα ινομυώματα είναι πολλά ή και μεγάλα και η γυναίκα έχει ήδη παιδιά ή έχει μπει στην εμμηνόπαυση το πιο πιθανό είναι να γίνει Υστερεκτομή, δηλαδή αφαίρεση της μήτρας.

Στην περίπτωση φυσικά όπου το αίτιο της αυξημένης αιμορραγίας είναι ορμονικό ή φαρμακευτικό η θεραπεία είναι η χορήγηση ορμονικών συμπληρωμάτων ή αντίστοιχα η χρήση εναλλακτικών φαρμάκων όπου αυτά επιτρέπονται.

Τι γίνεται όμως όταν δεν βρίσκουμε καμιά αιτία για την αυξημένη ροή αίματος;

Οι επιλογές και εδώ είναι αρκετές. Σε πρώτη φάση χορηγούνται χάπια τα οποία μειώνουν την παραγωγή του αίματος στο ενδομήτριο. Η συνδυασμένη αυτή θεραπεία έχει αποτέλεσμα μέχρι και στο 70% των ασθενών. Στα σκευάσματα αυτά προστίθενται συνήθως και τα αντισυλληπτικά χάπια.

Επιπλέον μπορεί να τοποθετηθεί ενδομήτριο σπείραμα (σπιράλ) το οποίο περιέχει ορμόνη που περιορίζει την αύξηση του ενδομητρίου και κατά συνέπεια την ροή του αίματος.

Τέλος υπάρχουν επεμβατικές μέθοδοι που καταστρέφουν το ενδομήτριο αφαιρώντας του έτσι την δυνατότητα να αναδημιουργηθεί και να προκαλέσει αιμορραγία. Οι μέθοδοι αυτές είναι απλές και ασφαλείς, γίνονται με σύντομη νάρκωση και η ασθενής επιστρέφει σπίτι της την ίδια ημέρα.

Συγκεκριμένα γιά την καταστροφή του ενδομητρίου μπορούν να χρησιμοποιηθούν υπέρηχοι, διαθερμία και 'μπαλονάκι' με ζεστό νερό.

Και οι τρεις αυτές μέθοδοι είναι αρκετά αποτελεσματικές (περίπου 80% επιτυχία), αλλά πρέπει να εφαρμόζονται μόνο σε γυναίκες στις οποίες έχει αποκλειστεί η πιθανότητα κακοήθειας και επίσης δεν ενδιαφέρονται να τεκνοποιήσουν.

Βλέπουμε λοιπόν πώς οι θεραπεία της αυξημένης ροής αίματος ποικίλλει ανάλογα με το αίτιο του προβλήματος, αλλά και πως σε κάθε περίπτωση οι επιλογές που έχουμε είναι αρκετές ώστε να εφαρμόζουμε την βέλτιστη κάθε φορά ανάλογα με την ασθενή.