Το σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου είναι μια απεικονιστική τεχνική με την οποία ελέγχεται η αιμάτωση του καρδιακού μυός (μυοκαρδίου). Το σπινθηρογράφημα ανήκει στις λεγόμενες μη επεμβατικές διαγνωστικές τεχνικές. Τις περισσότερες φορές πραγματοποιείται σε συνδυασμό με δοκιμασία κοπώσεως. Η δοκιμασία κοπώσεως γίνεται συνήθως σε κυλιόμενο τάπητα ή ποδήλατο. Σε ασθενείς που για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορούν να υποβληθούν σε σωματική άσκηση, η κόπωση γίνεται με φαρμακολογικούς παράγοντες όπως η διπυριδαμόλη, η αδενοσίνη και η δοβουταμίνη.

Κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας κοπώσεως και για μερικά λεπτά μετά, γίνεται συνεχής παρακολούθηση του ηλεκτροκαρδιογραφήματος και συχνή μέτρηση της αρτηριακής πιέσεως. Επίσης, γίνονται συνεχώς ερωτήσεις για το πώς αισθάνεται ο ασθενής. 1/4ταν ο ασθενής φθάσει στο μέγιστο της ασκήσεως ή όταν αναπτύξει συμπτώματα ή / και ηλεκτροκαρδιογραφικές μεταβολές που δεν επιτρέπουν τη συνέχιση της ασκήσεως, μια μικρή ποσότητα ραδιενεργός ουσίας χορηγείται ενδοφλεβίως. Στην Ελλάδα, η συχνότερη χρησιμοποιούμενη ραδιενεργός ουσία είναι το θάλλιο-201. Σπανιότερα, χρησιμοποιούνται παράγωγα του τεχνητίου. Πολλοί ασθενείς ανησυχούν σχετικά με τη χορηγούμενη ραδιενεργό ουσία. Θα πρέπει να γίνει γνωστό ότι οι ποσότητες που χρησιμοποιούνται για διαγνωστικούς λόγους είναι μικρές κα ασφαλείς και ότι όλα τα εργαστήρια υποχρεούνται να μετρούν προσεκτικά τις χορηγούμενες δόσεις.

Μετά τη χορήγηση του ραδιοϊσοτόπου, ο ασθενής ξαπλώνει σε ειδικό κρεβάτι κάτω από μια γ-κάμερα. Η κάμερα μπορεί να έχει μία έως τρεις κεφαλές που περιστρέφονται γύρω από το θώρακα του ασθενούς και παίρνουν εικόνες της καρδιάς. Το θάλλιο αναμειγνύεται με το αίμα, πηγαίνει στις στεφανιαίες αρτηρίες (τα αγγεία που αιματώνουν την καρδιά) και μπαίνει στα κύτταρα του καρδιακού μυός. 1/4ταν μια περιοχή της καρδιάς δεν αιματώνεται καλά, προσλαμβάνει λιγότερο θάλλιο και φαίνεται ως σκοτεινότερη περιοχή σε σύγκριση με μια άλλη περιοχή η οποία αιματώνεται φυσιολογικά.

Η λήψη της πρώτης ομάδας εικόνων γίνεται αμέσως μετά τη δοκιμασία κοπώσεως. Η πρώτη ομάδα εικόνων δείχνει την αιμάτωση της καρδιάς κατά την άσκηση. Η λήψη εικόνων επαναλαμβάνεται μετά 2.5 ως 4 ώρες. Η δεύτερη ομάδα εικόνων δείχνει την αιμάτωση της καρδιάς σε κατάσταση ηρεμίας.

Αν οι εικόνες είναι φυσιολογικές τόσο κατά την άσκηση όσο και κατά την ηρεμία, τότε η αιμάτωση του μυοκαρδίου είναι φυσιολογική. Αν οι εικόνες δείχνουν σκοτεινές περιοχές κατά την άσκηση που γίνονται φυσιολογικές στις εικόνες ηρεμίας, τότε τα σημεία εκείνα της καρδιάς που φαίνονται σκοτεινά δεν αιματώνονται καλά όταν η καρδιά λειτουργεί εντονότερα, όπως κατά την άσκηση. Η διαταραχή αυτή της αιματώσεως κατά τη δοκιμασία κοπώσεως ονομάζεται ισχαιμία. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε στένωση μιας ή περισσοτέρων στεφανιαίων αρτηριών. Αν δεν υπάρχει καθόλου πρόσληψη θαλλίου σε μια περιοχή της καρδιάς τόσο στις εικόνες κοπώσεως όσο και στις εικόνες ηρεμίας, τότε η περιοχή αυτή δείχνει νεκρωμένο μυοκάρδιο, δηλαδή έμφραγμα.

Με το σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου μπορεί να απεικονισθεί η εντόπιση και το μέγεθος των ελλειμμάτων αιματώσεως και μ' αυτόν τον τρόπο να εκτιμηθεί η σοβαρότητα της στεφανιαίας νόσου. Εκτός από τη διάγνωση, μπορεί να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα της αντιστηθαγχικής αγωγής, η ύπαρξη βιωσίμου ("ζωντανού") μυοκαρδίου σε ασθενείς με δυσλειτουργούσα ("αδύναμη") καρδιά, καθώς επίσης και η μελλοντική έκβαση ασθενών μετά από έμφραγμα ή με χρόνια στεφανιαία νόσο. Αν ο θεράπων καρδιολόγος το κρίνει αναγκαίο, ο έλεγχος του ασθενούς μπορεί να συνεχισθεί περαιτέρω με καρδιακό καθετηριασμό και στεφανιογραφία.

Πηγές: Γράφει η ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Ν. ΚΙΤΣΙΟΥ, Καρδιολόγος, Επιστ. Συνεργάτης Καρδιολογικής Κλινικής Πανεπιστημίου Αθηνών