H μαγνητική μαστογραφία είναι μέθοδος ευρέως αποδεκτή στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες. Στην Ελλάδα δεν έχει ενσωματωθεί στην καθημερινή κλινική πράξη και εφαρμόζεται σε λίγα κέντρα. Οι λόγοι είναι κυρίως δύο: 1. Η ανεπαρκής ενημέρωση των κλινικών ιατρών που ασχολούνται με τα προβλήματα του μαστού σχετικά με τις ενδείξεις και τους περιορισμούς της μεθόδου, και 2. Οι τεχνικές ιδιαιτερότητες της εξέτασης.

H ακρίβεια της εξέτασης εξαρτάται από τον εξοπλισμό, την επιλογή των ασθενών και του χρόνου εξέτασης, την εφαρμοζόμενη τεχνική, την εφαρμογή συγκεκριμένων διαγνωστικών κριτηρίων και την πείρα του διαγνώστη.

Η μαγνητική μαστογραφία προγραμματίζεται αφού αξιολογηθούν το ιστορικό και τα ευρήματα της κλινικής εξέτασης της ασθενούς, καθώς και τα ευρήματα μιας πρόσφατης καλής ποιότητας μαστογραφίας ή και υπερηχογραφήματος ώστε να εκτιμηθεί αν υπάρχει ένδειξη.

Γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας είναι προτιμότερο να υποβάλλονται σε μαγνητική μαστογραφία μεταξύ της 7ης και της 14ης ημέρας του εμμηνορυσιακού κύκλου, για να μειωθεί η πιθανότητα ψευδώς θετικών ευρημάτων. Γυναίκες σε εμμηνόπαυση που ακολουθούν θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, είναι καλύτερα να τη διακόπτουν για 6-8 εβδομάδες πριν από την εξέταση για τον ίδιο λόγο.

Όπως σε κάθε περίπτωση που προγραμματίζεται μια εξέταση στο μαγνητικό τομογράφο, θα πρέπει να αποκλείονται πιθανές αντενδείξεις, όπως η παρουσία καρδιακού βηματοδότη και μεταλλικών ξένων σωμάτων σε ζωτικά σημεία του σώματος. Επίσης, θα πρέπει να διερευνάται η περίπτωση της κλειστοφοβίας, καθώς για την επιτυχία μιας εξέτασης μαγνητικής μαστογραφίας απαιτείται πλήρης συνεργασία, ηρεμία και ακινησία της εξεταζόμενης. Αν κριθεί απαραίτητο, μπορεί να δοθεί ήπια νάρκωση.

Τα πλεονεκτήματα

Συγκριτικά με τις υπόλοιπες τεχνικές απεικόνισης του μαστού (μαστογραφία και υπερηχογράφημα), η μαγνητική μαστογραφία έχει μεγαλύτερη ευαισθησία στο διηθητικό καρκίνο του μαστού. Τα ποσοστά ευαισθησίας που αναφέρονται στη βιβλιογραφία κυμαίνονται από 89% έως 100% και είναι μεγαλύτερα από αυτά της μαστογραφίας. Ο βαθμός στον οποίο η ευαισθησία της μαστογραφίας και της μαγνητικής μαστογραφίας διαφέρουν στον ίδιο ασθενή, εξαρτάται από την πυκνότητα των μαστών και τον τύπο του καρκίνου. Η ευαισθησία της μαγνητικής μαστογραφίας δεν επηρεάζεται από την πυκνότητα του αδένα και από ουλώδη ιστό έπειτα από χειρουργείο, ακτινοβολία ή παρουσία ενθεμάτων.

Η ευαισθησία της μαγνητικής μαστογραφίας στην ανάδειξη του καρκίνου είναι μεγαλύτερη από εκείνη των άλλων τεχνικών. Συνήθεις περιπτώσεις όπου η συμβολή της μαγνητικής μαστογραφίας είναι σημαντική για τη λήψη αποφάσεων, αποτελούν εκείνες κατά τις οποίες τίθεται ζήτημα:

  • διαφορικής διάγνωσης μεταξύ μεταθεραπευτικής ουλής και υποτροπής καρκίνου,
  • διάκρισης άτυπης καλοήθους βλάβης (όπως κύστης είτε με παχύρρευστο περιεχόμενο είτε επιπλακείσας, ινοαδενώματος) από καρκίνο,
  • αξιολόγησης εστιακής ή περιοχικής ασυμμετρίας, χωρίς αποτιτανώσεις, στη μαστογραφία,
  • διερεύνησης ευρήματος που είναι εμφανές μόνο σε μια προβολή της μαστογραφίας, και
  • αξιολόγησης ύποπτων μικροαποτιτανώσεων στη μαστογραφία.

Η ευαισθησία της μεθόδου στην προεγχειρητική σταδιοποίηση είναι 100%. Είναι η πιο αξιόπιστη μέθοδος για τον υπολογισμό του μεγέθους του όγκου και αναδεικνύει επιπλέον εστίες στο 10%-30% των ασθενών. Αρκετές μελέτες δείχνουν αλλαγή στη διαχείριση σε ποσοστό 20%-30%.

Σε κλινική υποψία καρκίνου του μαστού και αρνητικό μαστογραφικό έλεγχο, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, στο 50% των περιπτώσεων υπάρχουν ευρήματα στη μαγνητική μαστογραφία.

Η συμβολή στην πρόληψη

Η προσυμπτωματική διάγνωση του οικογενούς και κληρονομικού καρκίνου μαστού είναι δύσκολη. Τα τελευταία χρόνια δημοσιεύθηκαν τα αποτελέσματα αρκετών μελετών που αξιολόγησαν τις διαγνωστικές επιδόσεις της μαγνητικής μαστογραφίας σε σύγκριση με τον «συμβατικό» έλεγχο σε γυναίκες υψηλού κινδύνου. Όλες συγκλίνουν στο ότι η πρώιμη διάγνωση του καρκίνου του μαστού βελτιώνεται σημαντικά όταν η μαγνητική μαστογραφία περιλαμβάνεται στο ετήσιο πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου.

Σύμφωνα με πρόσφατη οδηγία της Αμερικανικής Αντικαρκινικής Εταιρείας, συνιστάται ετήσιος προσυμπτωματικός έλεγχος με μαγνητική μαστογραφία όλων των γυναικών που:

  • Είναι αποδειγμένα φορείς μετάλλαξης BRCA1, BRCA2, TP53 ή PTEN ή έχουν πρώτου βαθμού συγγένεια με φορέα τέτοιας γονιδιακής μετάλλαξης.
  •  Έχουν διά βίου πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου μαστού μεγαλύτερη ή ίση του 20%, σύμφωνα με μοντέλα υπολογισμού κινδύνου που στηρίζονται στην παρουσία ισχυρού οικογενειακού ιστορικού καρκίνου μαστού ή ωοθηκών.
  • Υποβλήθηκαν σε ακτινοθεραπεία θώρακα σε ηλικία 10-30 ετών για νόσο Hodgkin.

 

Πηγές: Νικόλαος Κρητικός, Ακτινοδιαγνώστης, Διευθυντής Τμήματος Αξονικού Μαγνητικού Τομογράφου ΜΗΤΕΡΑ