Ο Θόρυβος, ενοχλητικός και ανεπιθύμητος ήχος, επηρεάζει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Το στρες, η μειωμένη απόδοση σε μια δραστηριότητα, η μειωμένη σχολική επίδοση, η κόπωση, οι πονοκέφαλοι, η ναυτία, οι δυσκολίες στον ύπνο είναι συμπτώματα που συνδέονται με την έκθεση σε θορύβους.

Ο θόρυβος επηρεάζει αρνητικά και την κοινωνική συμπεριφορά, δυσχεραίνοντας την επικοινωνία, μειώνοντας τον αλτρουισμό και ενισχύοντας την τάση επιθετικότητας.

Έρευνες δείχνουν ότι ο απρόβλεπτος και παρατεταμένος θόρυβος, που βιώνεται από το άτομο ως απειλή, αποτελεί στρεσογόνο παράγοντα. Διεγείροντας το συμπαθητικό νευρικό σύστημα, το στρες αυξάνει τον καρδιακό ρυθμό, την αρτηριακή πίεση και τον ρυθμό της αναπνοής, ενώ μειώνει τη σεξουαλική διάθεση.

Παράλληλα εκκρίνεται περισσότερη κορτιζόλη και άλλες ορμόνες από τα επινεφρίδια, αυξάνοντας τη γλυκόζη στο αίμα και επιταχύνοντας το μεταβολισμό. Η πιθανή αύξηση των γαστρικών υγρών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο του έλκους.

Η έκθεση στο στρες για μεγάλο χρονικό διάστημα εξασθενίζει το ανοσοποιητικό σύστημα καθιστώντας τον οργανισμό πιο ευπαθή σε διάφορες ασθένειες.

Ο θόρυβος έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ολοκλήρωση μιας πνευματικής εργασίας. Μειώνει την επίδοση σε πολύπλοκα έργα που απαιτούν αυτοσυγκέντρωση, εγρήγορση, επικέντρωση προσοχής, ταυτόχρονη αντίληψη πολλών και διαφορετικών πληροφοριών και απομνημόνευση.

Μάλιστα, όταν είναι διακοπτόμενος, μεγάλης διάρκειας, και απρόβλεπτος -το άτομο αισθάνεται ότι χάνει τον έλεγχο της κατάστασης- με αποτέλεσμα να μειώνεται περισσότερο η επίδοση σε ένα έργο.

Τα παιδιά που ζουν σε περιοχές υπερβολικού θορύβου, σύμφωνα με έρευνες, παρουσιάζουν μειωμένη σχολική επίδοση. Έχουν αυξημένη αρτηριακή πίεση και επίπεδο ορμονών που σχετίζονται με το στρες, παρουσιάζουν χαμηλότερη επίδοση σε μαθηματικά έργα, δυσκολεύονται στην ανάγνωση και παραιτούνται ευκολότερα από την επίλυση προβλημάτων και από την ολοκλήρωση ενός στόχου, συγκριτικά προς παιδιά που ζουν σε άλλες περιοχές χωρίς θόρυβο.

Κατά τη διάρκεια μιας συνομιλίας, πιθανόν να μη γίνουν αντιληπτές όλες οι πληροφορίες που αναφέρονται. Επίσης, λόγω μειωμένης προσοχής, μπορεί να αγνοηθούν κάποια χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του συνομιλητή, και να διαστρεβλωθεί η εικόνα που σχηματίζεται για εκείνον.

Ο θόρυβος επηρεάζει και την αλτρουϊστική συμπεριφορά. Από τη μια πλευρά το αίσθημα δυσφορίας, η υποκειμενική ενόχληση, η ευερεθιστότητα και η αρνητική διάθεση, ενώ από την άλλη η διάσπαση προσοχής από το θόρυβο μειώνουν τη διάθεση για προσφορά βοήθειας στον συνάνθρωπο.

Μάλιστα η διάθεση για βοήθεια μειώνεται, όσο περισσότερο το άτομο αισθάνεται ότι δεν μπορεί να ελέγξει την ένταση του θορύβου και όσο πιο δυσδιάκριτα είναι τα μηνύματα που εκπέμπει το άτομο που χρειάζεται βοήθεια.

Ο απρόβλεπτος θόρυβος συνδέεται έμμεσα και με την επιθετική συμπεριφορά. Χωρίς να προκαλεί από μόνος του επιθετικότητα, ενισχύει την εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς που προκαλείται από άλλους παράγοντες. Για παράδειγμα, ένα άτομο με τάση επιθετικότητας, που είναι εκνευρισμένο, όταν βρεθεί σε συνθήκες θορύβου, έχει περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσει επιθετικότητα.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, ο θόρυβος έχει δυσμενείς συνέπειες στην ψυχο- φυσιολογία, τις γνωστικές λειτουργίες, τη συναισθηματική κατάσταση και την κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων. Το μέγεθος των επιπτώσεων εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά του θορύβου, από το είδος της δραστηριότητας, και από την ευαισθησία του ατόμου.

Πηγές: Γράφει η Ρεγγίνα Γιαννάκη, Ψυχολόγος, Κέντρο Ημέρας Αργοστολίου, ΜΚΟ Αλληλεγγύη